ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ + ΑΣΤΙΚΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
URBAN SPACE + URBAN GREEN SPACE
ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ + ΑΣΤΙΚΟ ΠΡΕΣΙΝΟ / URBAN SPACE + URBAN GREEN SPACE Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ / THE POWER OF WATER ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ / ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ
BIODIVERSITY / INTERCULTURALISM ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ / INDUSTRIAL REMNANTS ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ / TRANSPORTATIONS ΤΟΠΙΟ / LANDSCAPE    
   
 
 
   
 
 
 
 
 
 
 
   
 
 
 
 
 
 
   
 
 
  
 
BACK PRINT SEND TO A FRIEND [-]Α[+]
Η ιστορία του ελληνικού αστικού χώρου από τη μεταπολεμική περίοδο έως σήμερα. Συνέντευξη με τον αρχιτέκτονα-πολεοδόμο Ανδρέα Συμεών
Επιμέλεια: Ειρήνη Γρατσία

Μικρό βιογραφικό
Ο Ανδρέας Συμεών σπούδασε αρχιτεκτονική στο Ε.Μ.Π. (1953), όπου υπηρέτησε ως επιμελητής του καθηγητή Ευάγγελου Ρουσόπουλου (1953-57). Δίδαξε επίσης στη Σχολή Οικιστικής. Το 1957 προσλήφθηκε στο γραφείο Δοξιάδη, όπου κατείχε διάφορες υψηλές θέσεις. Εργάστηκε ως πρόεδρος του γραφείου Doxiadis Associates Inc. (Washington DC 1967-71). Σε συνεργασία με τους Α. Κολλάρο και Σ. Κονταράτο οργάνωσε γραφείο μελετών για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή (1972-95). Κατόπιν εργάστηκε ως σύμβουλος σε θέματα πολεοδομίας και σχεδιασμού. Δραστηριοποιήθηκε σε ζητήματα διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και διετέλεσε ειδικός γραμματέας, πρόεδρος (1973-76) και αντιπρόεδρος (2000-1) του Διοικητικού Συμβουλίου και πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς (1995-2002) στην Ελληνική Εταιρεία.  Αρθρογράφησε πάνω σε αντίστοιχα θέματα και επιμελήθηκε αφιέρωμα για το δημόσιο χώρο της Αθήνας.

ΜΟnuMENTA: Kαταρχάς θα θέλαμε να μας μιλήσετε για τον αστικό χώρο. Τι είναι, τι τον καθορίζει, τι τον διαμορφώνει.

Aνδρέας Συμεών: Αστικός χώρος βέβαια είναι ο χώρος της πόλης. Και το πώς ορίζεται ο χώρος αυτός, ο χώρος της πόλης, γίνεται με βάση ορισμένα κριτήρια που άλλα από αυτά είναι ποσοτικά, μετρήσιμα και άλλα είναι ποιοτικά κριτήρια. Ποσοτικά π.χ. είναι τα κριτήρια, μέγεθος, πυκνότητα, αριθμός κατοίκων, το εύρος του φάσματος των λειτουργιών, οι οποίες στεγάζονται μέσα σε μια πόλη, όπως επίσης και το εύρος των προσφερόμενων υπηρεσιών και η ποικιλία των υπηρεσιών αυτών. Αλλά υπάρχουν και τα ποιοτικά κριτήρια, όπως είναι ο πλούτος και η αισθητική ποιότητα του δημόσιου χώρου, η διαχρονικότητα, η ιστορικότητα μιας πόλης, ο χαρακτήρας της, η ενότητα του ύφους, η κλίμακα, η επικοινωνία που πραγματοποιείται μέσα σ’ αυτό το αστικό περιβάλλον και άλλες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.

Βασικά χαρακτηριστικά του αστικού χώρου είναι η δομή και η υφή. Δομή ονομάζουμε τις μεγάλες γραμμές, τον βασικό σκελετό πάνω στον οποίο οικοδομείται μία πόλη. Ενώ υφή είναι ο κόκκος της, δηλαδή πόσο είναι πυκνή ή αραιή, ψηλή ή χαμηλή, με κενά ή χωρίς κενά, όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά της υφής του αστικού χώρου. Η μορφή που παίρνει ο αστικός χώρος γενικά, η μορφή που παίρνει μια πόλη, καθορίζεται από κριτήρια, όπως είναι η τοπογραφία, η οικονομία αλλά και διάφορες κοινωνικές παράμετροι και επιπλέον όμως ο συμβολικός ρόλος και η ιστορία μιάς πόλης και ακόμη ο τρόπος που μεγάλωσε ιστορικά, αν αναπτύχθηκε με βάση κάποιο σχέδιο ή χωρίς σχέδιο και ακόμα μέσα σε ποιο κοσμοθεωρητικό πλαίσιο μεγάλωσε μια πόλη.

Μερικά παραδείγματα: Πόλεις όπου κύριο ρόλο στη μορφή τους έπαιξε το φυσικό περιβάλλον είναι το Ρίο ντε Ζανέιρο, το Χογκ Κογκ, το Βανκούβερ. Πόλεις που σε μεγάλο βαθμό καθορίστηκαν από την οικονομία ήταν οι βιομηχανικές πόλεις της Αγγλίας, ενώ τέλος ο συμβολισμός που αναδίδει μία πόλη και ο συμβολικός ρόλος που τις ανέδειξε και τις μορφοποίησε είναι φανερός σε πόλεις, όπως είναι η Ουάσινγκτον αλλά και η Αθήνα. Η Ουάσινγκτον σχεδιάστηκε σαν πρωτεύουσα ενός καινούριου έθνους, πρωτεύουσα μιας νέας δημοκρατίας, η οποία αντιμετώπιζε με πολύ μεγάλη αισιοδοξία το μέλλον. Αλλά και η Αθήνα ήταν επίσης μια καινούρια πρωτεύουσα μετά από την εθνική παλιγγενεσία και είναι φανερός ο ιδιαίτερος συμβολικός ρόλος που έπαιξε η παρουσία της Ακρόπολης στα πρώτα σχέδια των Αθηνών.

Μ: Μιλήστε μας για τις σπουδές σας. Ποια εποχή μπήκατε στο Πολυτεχνείο; Ποιοι ήταν οι καθηγητές σας; Ποιος και γιατί θεωρείτε ότι συνέβαλε στον τρόπο σκέψης σας; Ποια η τάση στην αρχιτεκτονική και στην πολεοδομία;

ΑΣ: Στο Πολυτεχνείο μπήκα το 1945. Την προηγούμενη χρονιά που συνέπεσε με το τέλος της Kατοχής, δεν είχαν γίνει εξετάσεις στο Πολυτεχνείο. Γι’ αυτό, εκείνη τη χρονιά, το 1945, ήμασταν πάρα πολλοί υποψήφιοι, νομίζω περισσότεροι από 2.500 για το Πολυτεχνείο. Εγώ μπήκα πρώτος, όχι μονάχα στην Αρχιτεκτονική, αλλά και σε ολόκληρο το Πολυτεχνείο, με βαθμολογία που ήτανε τότε ιστορικό ρεκόρ για το Πολυτεχνείο. Η τάξη μας της αρχιτεκτονικής ήτανε η πρώτη μεγάλη τάξη. Δηλαδή μπήκανε αρχικά τριάντα, σύμφωνα με τη διακήρυξη των εξετάσεων, όπου υπήρχε περιορισμένος αριθμός τριάντα και υπήρχαν άλλοι τριάντα επιλαχόντες που είχαν εξασφαλίσει τη βαθμολογία αλλά ήσαν υπεράριθμοι. Μετά από αρκετές προσπάθειες που έκαναν κατάφεραν να μπουν και αυτοί, οι επιλαχόντες, στο Πολυτεχνείο κι έτσι γίναμε μία τάξη των εξήντα, η πρώτη μεγάλη τάξη η οποία είχε και αρκετές κοπέλες για πρώτη φορά. Από τους καθηγητές μας τότε πολλοί ήταν αξιόλογες προσωπικότητες, όπως ο Ορλάνδος, ο Πικιώνης, ο Μιχελής, ο Κιτσίκης, ο Μανόλης Κριεζής, ο Χατζηκυριάκος, ο Παπαλουκάς. Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι χωριζόντουσαν σε δύο κατηγορίες, στους ακαδημαϊκούς και τους μοντέρνους. Επικρατέστεροι σε επιρροή εκείνη την εποχή ήσαν ακόμα οι ακαδημαϊκοί και κυρίως ο Κιτσίκης.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που επηρέασαν τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου πρέπει να αναφέρω κατά κύριο λόγο τον Πικιώνη, στον οποίο άλλωστε οφείλω το γεγονός ότι έγινα αρχιτέκτων, και αργότερα τον Δοξιάδη. Αλλά και μεταξύ των μη αρχιτεκτόνων ασφαλώς σημαντική επιρροή είχαν απάνω μου ο Παπαλουκάς και ο Τσαρούχης. Πέρα από τους δασκάλους, τους ανθρώπους που γνώρισα και με επηρέασαν, βεβαίως είχα υποστεί μεγάλη επιρροή και από αρχιτέκτονες που δεν γνώρισα ποτέ, και ιδιαίτερα από τον Le Corbusier. Είχα γι’ αυτόν –και έχω ακόμα- απεριόριστο θαυμασμό και μέσω του Le Corbusier μπορώ να πω γενικότερα ότι προσχώρησα στο μοντέρνο κίνημα εκείνης της εποχής. Πρέπει να πω ότι ο Πικιώνης δεν με επηρέασε άμεσα, δηλαδή στον τρόπο που αντιμετώπιζα την αρχιτεκτονική σύνθεση και την αρχιτεκτονική μορφολογία. Ο λόγος είναι ότι είχα ήδη επηρεαστεί, όπως ανέφερα, έντονα από το μοντέρνο κίνημα. Βέβαια, ο Πικιώνης με επηρέασε πάρα πολύ σαν μια πνευματική και ηθική προσωπικότητα. Τον αγαπούσα πολύ τον Πικιώνη και με αγαπούσε κι εκείνος. Θυμάμαι πάντα την τελευταία μας συνάντηση: Εγώ έφευγα εκείνη την ημέρα για Αμερική, επρόκειτο το μεσημέρι να πάω στο αεροδρόμιο για να φύγω, κι ενώ έτρεχα για να προλάβω κάποιες δουλειές μου το πρωί συνάντησα την Ινώ την Πικιώνη, η οποία έτρεχε κι αυτή αλαφιασμένη και μου φώναξε από μακριά «ο μπαμπάς είναι στον Ευαγγελισμό». Παράτησα τις υπόλοιπες δουλειές μου, πήγα στον Ευαγγελισμό. Μπαίνοντας στο δωμάτιο βρήκα τον Πικιώνη με κλειστά τα μάτια και η κυρία Πικιώνη του είπε «Μίμη ήρθε ο Ανδρέας». Τότε ο Πικιώνης άνοιξε ελάχιστα τα μάτια του, έπιασε το χέρι μου, το έφερε στο στήθος του και το κράτησε εκεί επί ώρα πολλή, χωρίς να μιλάει, χωρίς να ανοίγει τα μάτια του. Αυτός ήτανε ο τελευταίος μας αποχαιρετισμός. Ο Πικιώνης, όπως είπα, δεν με επηρέασε με την έννοια να γίνω μιμητής της αρχιτεκτονικής του, με επηρέασε όμως πολύ με τον προβληματισμό του, με την αναζήτηση της ελληνικότητος που ήταν χαρακτηριστική για πολλούς από τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους της εποχής εκείνης και που υπήρξε και μένα πάντα στον προβληματισμό μου. Δηλαδή, στον προβληματισμό μου, υπήρχε πάντα μία αναζήτηση για το πώς θα μπορούσαν να συνταιριαστούν τα χαρακτηριστικά της μοντέρνας αρχιτεκτονικής με τα στοιχεία της ελληνικότητας, μια αναζήτηση που θα μπορούσε να πει κανείς ότι με κατέτασσε στην κατηγορία του κριτικού τοπικισμού.

Όταν ήμουν στο τρίτο έτος του Πολυτεχνείου άκουσα τις παραδόσεις που έκανε ο Δοξιάδης, σαν επιμελητής τότε, στο μάθημα της πολεοδομίας και θυμάμαι ότι μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση ο πολύ αναλυτικός και επιστημονικός τρόπος με τον οποίον προσέγγιζε τα προβλήματα του σχηματισμού των πόλεων, τις μορφές που έπαιρναν οι πόλεις κάτω από διάφορες επιρροές κ.λπ. Αργότερα, αφού έκανα το στρατιωτικό μου και επανήλθα στο Πολυτεχνείο, υπήρχε καινούριος καθηγητής της πολεοδομίας που δεν νομίζω ότι μας πρόσφερε τίποτε. Δεν θα πω όνομα, αλλά θα αναφέρω χαρακτηριστικά ότι μας είχε βάλει σαν θέμα να ξανασχεδιάσουμε την πόλη του Βόλου. Πήγα λοιπόν και τον είδα τότε και του είπα «μα, έτσι θα ξεκινήσουμε να σχεδιάσουμε μια ολόκληρη πόλη, δεν θα μας πείτε τίποτα σχετικά, δεν θα μας δώσετε κάποια κατεύθυνση, κάποιες οδηγίες, κάποιες πληροφορίες;». Και μου απάντησε με το αμίμητον «ξέρετε ένα λιμάνι είναι ένα λιμάνι»!

Μ: Πώς είναι η Αθήνα την περίοδο εκείνη;

: Η Αθήνα της εποχής εκείνης ήταν η Αθήνα, όπως τη βρήκε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ήταν μια πόλη με σαφώς αστικό χαρακτήρα και με έντονη προσωπικότητα, με ενδιαφέροντες δημόσιους χώρους, με χαρακτήρα ενιαίο και μεγάλη ενότητα, με ανθρώπινη κλίμακα και χαρακτηριστικά γενικά που ενθάρρυναν την ανθρώπινη επικοινωνία. Μια πόλη που χάρη στο νεοκλασικό της ρυθμό είχε συγχρόνως και μία οικειότητα για τους κατοίκους της αλλά μαζί και έναν επίσημο χαρακτήρα, ένα στυλ. Οι συνοικίες της είχαν η καθεμιά τη δική της προσωπικότητα και βέβαια ήταν χώροι ζωής και δραστηριότητας, όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να καθίσουν μπροστά στις εξώπορτες και στα σκαλοπάτια των σπιτιών τους και να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να συζητήσουν κ.λπ.. Αυτή είναι η πόλη που χάθηκε. Και που νομίζω μόνο αφού χάθηκε συνειδητοποιήσαμε όλοι απόλυτα, ποια ήταν η ομορφιά και η αξία της.

M: Σε ποια αρχιτεκτονικά γραφεία δουλέψατε;

ΑΣ: Η επαγγελματική μου σταδιοδρομία άρχισε προτού να τελειώσω το Πολυτεχνείο. Είχα τελειώσει το τρίτο έτος και ήμουνα στο Στρατό, όταν προκηρύχθηκε ένας αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την είσοδο και το κτήριο διοίκησης της Έκθεσης της Θεσσαλονίκης. Aποφάσισα να πάρω μέρος και ζήτησα τη συνεργασία ενός συμμαθητή μου, ο οποίος αυτός δεν είχε στρατευθεί και έτσι τέλειωσε το Πολυτεχνείο. Eίχε δίπλωμα και αυτό μας εξασφάλιζε τυπικά το δικαίωμα να πάρουμε μέρος στο διαγωνισμό. Πρέπει να πω ότι, ουσιαστικά, ο διαγωνισμός ήταν δικός μου. Η μελέτη μας πήρε το πρώτο βραβείο τότε στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό και αυτό αποτέλεσε για μένα ένα σταθμό για την κατοπινή εξέλιξή μου. Στην κατοπινή επαγγελματική μου εξέλιξη, μπορεί να διακρίνει κανείς τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος είναι από το 1953 ως το 1956. Το ’53 παίρνω το δίπλωμά μου, όπου ανοίγουμε ένα γραφείο με τον Νίκο Εφέσιο και τον Δημήτρη Παπαζήση. Παράλληλα είμαι επιμελητής στο Πολυτεχνείο από το 1953, που τέλειωσα, μέχρι το 1957. Η δεύτερη επαγγελματική μου περίοδος είναι εκείνη του γραφείου Δοξιάδη, περίοδος κατά την οποία είμαι συνεργάτης του γραφείου Δοξιάδη, από το 1956 έως το 1971. Και η τρίτη περίοδος είναι εκείνη μετά το 1972, από το 1972 μέχρι το 1995, κατά την οποία μαζί με τον Αλέκο Κολλάρο και τον Σάββα Κονταράτο ανοίγουμε επαγγελματικό γραφείο για αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές μελέτες, με την επωνυμία «Εταιρεία Μελετών Περιβάλλοντος». Κατά κάποιο τρόπον δηλαδή θέλαμε και στον τίτλο μας να εισαγάγουμε την καινούρια τότε παράμετρο του σχεδιασμού, που ήταν το περιβάλλον.

M: Πώς ήταν οι πόλεις, μετά τον πόλεμο. Η πόλη που σήμερα βλέπουμε διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1950 και τη δεκαετία του 1960;

AΣ: Τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου δραστηριοποίησης, δηλαδή τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 γίνεται η μεγάλη μεταμόρφωση των πόλεων που ακολουθεί τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η μεταμόρφωση αυτή αφορά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις περισσότερες πόλεις και του δυτικού αλλά και του αναπτυσσόμενου κόσμου. Τα βασικά αίτια αυτής της μεταμόρφωσης είναι η ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση των πόλεων, χωρίς προηγούμενο στην ιστορία, οι νέες χρήσεις, οι οποίες εντάσσονται μέσα στις πόλεις, οι νέες δραστηριότητες που δεν υπήρχανε πριν και ακόμα η εισβολή του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο που η χρήση του γενικεύεται στις πόλεις βέβαια πρώτα του δυτικού κόσμου, δεν ήτανε κάτι που είχε προβλεφθεί στην πόλη του 19ου αιώνα και η εισβολή του φέρνει μια καταστροφική αλλαγή στη ζωή της πόλης. Μπορεί να πει κανείς ότι κάτω από αυτές τις τρεις επιδράσεις, με την επίδραση αυτών των τριών παραγόντων που είναι η πληθυσμιακή αύξηση, οι νέες χρήσεις και η εισβολή του αυτοκινήτου έσπασαν οι δομές της παραδοσιακής πόλης, της πόλης του 19ου αιώνα, και ακολουθεί μία χαοτική περίοδος στην ανάπτυξη των πόλεων.

Μ: Ποιες τάσεις επικρατούσαν στο εξωτερικό; Επηρέασαν την Ελλάδα;

ΑΣ: Στο δυτικό κόσμο όπου γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση με τον σχεδιασμό και με νέες πολεοδομικές θεωρίες, τα ρεύματα που επικρατούν είναι από τη μια μεριά η πολεοδομία του μοντέρνου κινήματος η οποία, ανάμεσα στα άλλα, προτείνει και τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα, τα μεγάλα συγκροτήματα κατοικίας, ένα είδος οργανωμένης δόμησης με πολυόροφα κτήρια και από την άλλη, η αγγλική πολεοδομική παράδοση στην οποία εντάσσεται και η κίνηση του Garden City, της Κηπούπολης.

Μ: Τι είναι αυτό που άλλαξε ριζικά την πόλη της Αθήνας μετά τον πόλεμο;

:
Στην Αθήνα βέβαια δεν υπάρχει καμία απολύτως κατεύθυνση σχεδιασμού. Η πόλη μεταμορφώνεται μόνη της, στην ουσία καταστρέφεται, μακελεύεται κάτω από τις δυνάμεις της αγοράς που εξαπολύθηκαν εναντίον της, θα έλεγε κανείς, «χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ». Είναι χαρακτηριστικό ότι όλη αυτή η καταστροφή, πρώτα της Αθήνας και μετά και των άλλων ελληνικών πόλεων, έγινε ουσιαστικά χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς δηλαδή να υψωθεί ένα κίνημα για να προστατεύσει την πόλη. Και δεν το εννοώ μόνο από πλευράς αρχιτεκτόνων, το εννοώ γενικότερα από πλευράς του πνευματικού κόσμου, του ελληνικού πνευματικού κόσμου. Ελάχιστες ήτανε οι εξαιρέσεις, ελάχιστες οι φωνές διαμαρτυρίας. Γενικά, η αντίληψη που επικράτησε, νομίζω, ήταν ότι αυτό αποτελούσε έναν εκμοντερνισμό, κάτι που γινόταν και στον υπόλοιπο κόσμο και ήταν μια πολύ φυσική εξέλιξη. Και στο κάτω κάτω, ότι αυτά που καταστρέφονταν δεν ήταν άξια να συντηρηθούν, δεν ήταν αρχαία, ούτε βυζαντινά, ήταν απλώς παλιά σπίτια.

Η καταστροφή της πόλης στην Ελλάδα, ξεκινώντας βέβαια με την Αθήνα, ήτανε συνέπεια μιας συνειδητής επιλογής από τις τότε πολιτικές ηγεσίες και αυτή η επιλογή ήταν να χρησιμοποιηθεί η οικοδομή σαν ατμομηχανή της οικονομικής ανόρθωσης της χώρας για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί με τη διαδικασία της αντιπαροχής ήταν εύκολη η συσσώρευση του κεφαλαίου. Δεν απαιτούσε μεγάλα κεφάλαια αλλά χρησιμοποιούσε τα μικρά κεφάλαια του κόσμου, που αγόραζε τα διαμερίσματα. Δεν απαιτούσε μεγάλη ειδίκευση και μηχανικό εξοπλισμό και, εφόσον γινόταν πάνω στο σώμα της υφιστάμενης πόλης, δεν απαιτούσε τη δαπάνη καινούριων υποδομών. Για όλους αυτούς τους λόγους χρησιμοποιήθηκε σαν ατμομηχανή η οικοδομή και μάλιστα πάνω στην υφιστάμενη πόλη, γκρεμίζοντας τα παλιά και δημιουργώντας τα καινούρια κτήρια των πολυκατοικιών. Βασικό εργαλείο για την πραγματοποίηση αυτού του είδους της ανάπτυξης ήταν η αντιπαροχή και η νομοθεσία της οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Μ: Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η καταστροφή της ιστορικής πόλης, των ελευθέρων χώρων, των ποταμιών, του πρασίνου;

AΣ: Βεβαίως θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν υπήρχε μια έγκαιρη πρόβλεψη και η ανάπτυξη της πόλης, που ασφαλώς ήταν αναγκαία, γινόταν με σχεδιασμένες επεκτάσεις που θα εκτόνωναν τις πιέσεις, καλύπτοντας τις ανάγκες σε νέες περιοχές γύρω από την υφιστάμενη πόλη. Και παράλληλα αν είχαν ληφθεί μέτρα για την προστασία της ιστορικής πόλης.

Μ: Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ποιο είναι το μοντέλο ανάπτυξης που προτείνει το γραφείο Δοξιάδη;

: Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τις μεταπολεμικές, και τον προβληματισμό για το μέλλον των πόλεων, τόσο στο δυτικό όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο διαμορφώθηκαν και οι οικιστικές και πολεοδομικές θεωρίες του Δοξιάδη. Το μοντέλο ανάπτυξης του Δοξιάδη δίνει διέξοδο στις νέες δυνάμεις που καθορίζουν πια τη μοίρα των πόλεων, έτσι ώστε να μην ασκούνται καταστροφικές πιέσεις πάνω στην υφιστάμενη, στην ιστορική πόλη. Διασώζεται επομένως η ιστορική πόλη, αλλά επίσης και μέσα στις περιοχές των επεκτάσεων δημιουργούνται ιεραρχημένες ανθρώπινες κοινότητες. Κοινότητες που παρουσιάζουν τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά με εκείνα των ιστορικών πόλεων, όπως η κλίμακα, η ανθρώπινη επικοινωνία, η μορφή του δημόσιου χώρου. Δεν μπορώ να πω εδώ περισσότερα για τις θεωρίες και την πρακτική του Δοξιάδη. Περισσότερες πληροφορίες μπορεί να βρει κανείς σε όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν κατά το συνέδριο που έγινε πρόσφατα στο Μουσείο Μπενάκη για τον Δοξιάδη.

Μ: Εσείς πού βρίσκεστε τη δεκαετία του 1960;
ΑΣ: Τη δεκαετία του ’60 εγώ βρίσκομαι στο Γραφείο Δοξιάδη. Το μεγαλύτερο διάστημα αυτής της περιόδου είμαι ο επικεφαλής πολεοδόμος και αρχιτέκτων του Γραφείου. Επομένως είμαι υπεύθυνος για όλα τα έργα που σχεδιάζονται από το Γραφείο σε όλο τον κόσμο δίνοντας κατεύθυνση στον σχεδιασμό και έχοντας μεγαλύτερη ή μικρότερη προσωπική ανάμειξη στο κάθε έργο ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε έργου και τις δικές μου προτεραιότητες και προτιμήσεις.

Την τριετία 1969, ‘70 και ‘71 είμαι πρόεδρος της Εταιρείας Δοξιάδη στην Αμερική, με έδρα της Ουάσινγκτον, όπου είναι τα κεντρικά μας γραφεία. Κάνουμε έργα σε πολλές πόλεις της Αμερικής, όπως η Φιλαδέλφεια, το Λουιβίλ, το Ντητρόιτ, το Κλίβελαντ, το Μαϊάμι και άλλες πόλεις.

M: Πότε σημειώνεται η στροφή στις τάσεις της αρχιτεκτονικής και της ποελοδομίας;

ΑΣ: Από το τέλος της δεκαετίας του 1960 αρχίζει ουσιαστικά η αμφισβήτηση του μοντέρνου κινήματος, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Στην Αμερική, καθοριστικό ρόλο παίζουν βιβλία, όπως της Jane Jacobs, του Venturi, «Complexity and Contradiction in Architecture», του Colin Row. Αλλά και στην Ευρώπη, βιβλία όπως το δοκίμιο του Αldo Rossi «L’ Architettura de la Citta». Bεβαίως, στην αντίθεση προς το μοντέρνο κίνημα εγγράφεται ήδη από την αρχή ο Δοξιάδης, ο οποίος ακριβώς με τη θεωρία και πρακτική του επιχειρεί μία επιστροφή στις αξίες της ιστορικής πόλης, όπως ανέφερα και πριν. Από το 1970 και μετά μπορεί να πει κανείς ότι το κίνημα αυτό για την αλλαγή της στάσης των αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων απέναντι στην πόλη συμπίπτει και με το ευρύτερο κίνημα του μεταμοντερνισμού κι έτσι από το ΄70 πια αρχίζουμε να μιλάμε για τη μεταμοντέρνα πόλη. Η καινούρια αυτή κίνηση αμφισβητεί όχι μονάχα το είδος της ανάπτυξης που προτείνεται από τις προηγούμενες θεωρίες του μοντερνισμού στην πολεοδομία, αλλά αμφισβητεί και τα ίδια τα εργαλεία με τα οποία ασκείται ο πολεοδομικός σχεδιασμός και ιδιαίτερα την έννοια των ρυθμιστικών σχεδίων που πριν είχαν πολύ μεγάλη πέραση και που σε μεγάλο βαθμό, επιχειρούσαν να προκαθορίσουν μ’ έναν απόλυτο και ασφυκτικό τρόπο, το πώς θα αναπτυσσόταν μελλοντικά μια πόλη.

Την αλλαγή αυτή στον τρόπο θεώρησης των πολεοδομικών πραγμάτων την έζησα πολύ χαρακτηριστικά, πολύ έντονα στην Αμερική, ανάμεσα στις δύο περιόδους που έζησα εκεί, από τις οποίες η πρώτη ήταν γύρω στο ’60 και η δεύτερη γύρω στο ’70. Σε συνδυασμό βέβαια με μία ευρύτερη αναθεώρηση αξιών και τρόπων ζωής στην Αμερική. Πρωτοπήγα στην Αμερική το 1958 προκειμένου να διευθύνω την ομάδα που ετοίμασε μία πρόταση του γραφείου Δοξιάδη για το Εastwick της Φιλαδέλφειας, που ήταν τότε το μεγαλύτερο πρόγραμμα αστικής ανάπλασης στην Αμερική, αξίας 500 περίπου εκατομμυρίων δολαρίων, ποσό μυθικό για εκείνη την εποχή. Κερδίσαμε αυτόν το διαγωνισμό κι έτσι έμεινα τα επόμενα χρόνια προκειμένου να εφαρμόσουμε το σχέδιο που είχαμε συντάξει. Λοιπό, εκείνη η Αμερική, του ’60, ήταν μία Αμερική ευχαριστημένη με τον εαυτό της, η Αμερική του προέδρου Αϊζενχάουερ και του μπέιμπι μπουμ, ευχαριστημένη και αισιόδοξη. Η δεκαετία του ’60 που ακολούθησε ξεκινάει με την ανάταση της προεδρίας Κένεντυ για να ακολουθήσει ένα γκρέμισμα ονείρων, μία βαθιά απογοήτευση και κρίση αξιών, η δολοφονία του προέδρου Κένεντυ, στη συνέχεια, η δολοφονία του Μπομπ Κένεντυ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Είναι η δεκαετία του Βιετνάμ, με τα παιδιά των λουλουδιών, το κίνημα της νεολαίας και όλα αυτά. Έτσι, φτάνουμε, όπως είπα, στο τέλος της δεκαετίας όπου πια έχει επικρατήσει μία γενικότερη αμφισβήτηση και, μέσα σ’ αυτήν, και η αμφισβήτηση των τρόπων και της φιλοσοφίας της ως τότε πολεοδομίας και παράλληλα, η πρώτη ίσως αφύπνιση του περιβαλλοντικού κινήματος. Γι’ αυτό, όταν γύρισα στην Ελλάδα και έφτιαξα το δικό μου γραφείο, όπως είπα και πριν, του έδωσα και το όνομα «Εταιρεία Μελετών Περιβάλλοντος». Αλλά και γι’ αυτό, όταν ο Κώστας Καρράς μού ζήτησε να συμμετάσχω, αναταποκρίθηκα με πολλή χαρά στην πρόσκλησή του να ιδρύσουμε τότε την Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, το 1972.

Μ: Τις δεκαετίες 1970, 1980 πού βρίσκεστε; Ποια η τάση της πολεοδομίας τότε; Την εποχή αυτή δεν έχουμε τάσεις οικιστικής επέκτασης των πόλεων; Πού οφείλεται; Τι συνέπειες είχε;

ΑΣ: Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 η επαγγελματική μου δραστηριότητα πραγματοποιείται μέσα από το καινούριο γραφείο που δημιουργήσαμε με τον Αλέκο Κολλάρο και τον Σάββα Κονταράτο, την Εταιρεία Μελετών Περιβάλλοντος. Μέσα σε αυτή την εικοσαετία κάναμε αρκετές πολεοδομικές μελέτες και μελέτες κατοικίας, μελέτες κάποιων οικιστικών συγκροτημάτων τόσο στην Ελλάδα, όπως είναι π.χ. οι καινούριες οικιστικές αναπτύξεις της Ξάνθης και της Κομοτηνής, αλλά επίσης και στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στη Σαουδική Αραβία, όπου σχεδιάσαμε μία δορυφορική πόλη 6 τχλμ, έξω από το Ριάντ, η οποία και πραγματοποιήθηκε. Το ρυθμιστικό σχέδιο που το Γραφείο μας έκανε για τη Λάρισα είναι το πρώτο το οποίο θεσμοθετήθηκε επίσημα και, σε σημαντικό βαθμό εφαρμόστηκε. Κατά την περίοδο 1979-1980 μού ζητήθηκε από τον Στέφανο Μάνο που ήταν τότε αρμόδιος υπουργός να υποβάλω προτάσεις για την Αθήνα αρχικά και μετά για τη Θεσσαλονίκη. Συγκεκριμένα για την Αθήνα ζητήθηκε από εμένα και τρεις ακόμη πολεοδόμους να υποβάλουμε ένα προκαταρκτικό ποελοδομικό σχέδιο για την Αθήνα του έτους 2000. Το δικό μου σχέδιο είναι αυτό που προκρίθηκε, μετά από μια ορισμένη διαδικασία, και παρελήφθηκε από το Υπουργείο, το οποίο το επεξεργάστηκε, θα έλεγα όχι με πολύ μεγάλη επιτυχία, και αυτό αποτέλεσε τη βάση ενός θεσμοθετημένου ρυθμιστικού σχεδίου για την Αθήνα, που έγινε την περίοδο Κωνσταντίνου Καραμανλή. Μεταγενέστερα, αυτό αντικαταστάθηκε από ένα νεότερο ρυθμιστικό σχέδιο, το οποίο συντάχθηκε την περίοδο που υπουργός ήτανε ο Αντώνης Τρίτσης και που με κάποιες αλλαγές εξακολουθεί να είναι και σήμερα το θεσμοθετημένο σχέδιο για την Αθήνα.

Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να σταθώ για να αναφερθώ στους δύο αυτούς υπουργούς, δηλαδή στον Στέφανο Μάνο και στον Αντώνη Τρίτση, που είναι οι μόνοι που επιχείρησαν να κάνουν κάτι ουσιαστικό για τα πολεοδομικά πράγματα στην Αθήνα. Στον Στέφανο Μάνο αξίζει μια ιδιαίτερη τιμή, γιατί είναι ο άνθρωπος ο οποίος ξεκίνησε με τις αντιλήψεις της ελεύθερης οικονομίας και, στην αρχή, ήταν αντίθετος, θα έλεγα πεισματικά αντίθετος στην ιδέα των παρεμβάσεων που μοιραία πρέπει να γίνουν προκειμένου να εφαρμοστεί μία πολεοδομική πολιτική. Δεν νοείται πολεοδομία βέβαια χωρίς παρεμβάσεις στον χώρο. Λοιπόν, ενώ αρχικά ήταν αντίθετος στο τέλος τις ενστερνίστηκε και δεν εδίστασε να κάνει πράγματα που θεώρησε ότι ήταν τότε αναγκαία για την Αθήνα, ανεξάρτητα από το πολιτικό κόστος. Ανάμεσα στα άλλα, αναφέρω για παράδειγμα το μέτρο που απαγόρευε την κατάτμηση της γης στα Μεσόγεια σε τεμάχια μικρότερα από τα 20 στρέμματα. Όλα αυτά βέβαια του κόστισαν και, στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, ο Μάνος δεν βγήκε βουλευτής. Και επαναλαμβάνω ότι έκανε ό,τι έκανε συνειδητά, ξέροντας το πολιτικό κόστος που αυτά τα μέτρα θα είχαν για τον ίδιο. Θυμάμαι σε μία συζήτησή μας, στην αρχή της υπουργίας του, όταν του είχα προτείνει κάποια μέτρα μού είχε απαντήσει «και πιστεύετε εσείς ότι είναι δυνατόν να κάνει κανείς αυτά τα πράγματα και να ξαναεκλεγεί βουλευτής;».

Ο Αντώνης Τρίτσης ήταν βέβαια κάτι άλλο γιατί ήτανε τεχνοκράτης, προερχόταν από το επάγγελμα, ήταν πολεοδόμος και συγχρόνως ήταν ένας οραματιστής. Όμως ήταν πάρα πολύ αισιόδοξος και έτσι έπεσε εντελώς έξω στους σχεδιασμούς του, όταν ξεκίνησε την περίφημη «επιχείρηση πολεοδομικής ανασυγκρότησης» πιστεύοντας ότι μέσα σε δύο χρόνια θα μπορούσαν να έχουν σχεδιασθεί οι μελλοντικές επεκτάσεις όλων των ελληνικών πόλεων και επομένως η ανάπτυξή τους να γίνεται με έναν τρόπο οργανωμένο και προγραμματισμένο. Αξίζει να αναφερθεί, ότι ακόμα μέχρι σήμερα, 25 ή περισσότερα χρόνια μετά, η «επιχείρηση πολεοδομικής ανασυγκρότησης» δεν έχει ολοκληρωθεί. Βέβαια, είναι πολύ χαρακτηριστικό για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα ότι και οι δύο αυτοί πολιτικοί καρατομήθηκαν δηλαδή απομακρύνθηκαν απ΄το Υπουργείο, όταν άρχισε να εκδηλώνεται μία δυσφορία απέναντί τους από την εκλογική πελατεία των κομμάτων.

Μ: Ποια είναι η κατάσταση σήμερα, ποια είναι τα προβλήματα στις μεγάλες πόλεις μας, ιδιαίτερα στην Aθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα.

ΑΣ: Θα μιλήσω κυρίως για την Αθήνα που ξέρω πολύ καλύτερα τι συμβαίνει. Η θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που τη γνωρίζω από παλιά. Το 1949 την πρωτογνώρισα, και από τότε διατήρησα μια συνεχή επαφή. Έχω κάνει αρκετά έργα στη Θεσσαλονίκη και είναι μια πόλη που την αγαπώ πολύ. Όμως δεν αισθάνομαι ότι είμαι αρκετά ενήμερος για τη σημερινή της κατάσταση ώστε να μιλήσω υπεύθυνα για τα προβλήματά της. Πολύ λιγότερο γνωρίζω την Πάτρα.

Σχετικά με τη σημερινή κατάσταση στην Αθήνα θα αναφερθώ σε ένα αφιέρωμα που έκαναν πριν από τρία χρόνια, το 2003, τα Αρχιτεκτονικά Θέματα του οποίου ήμουν συντονιστής και το οποίο αφιέρωμα ζήτησε απόψεις και προτάσεις από 15 έλληνες πολεοδόμους για την Αθήνα. Είναι λοιπόν χαρακτηριστικό ότι ενώ μερικά χρόνια πριν, όλοι ελεεινολογούσαν την κατάσταση της Αθήνας, τη θεωρούσαν μια χαμένη υπόθεση, ότι είχε περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή κ.τ.λ. κ.τ.λ., σε αυτή την πρόσφατη έρευνα διαπιστώνει κανείς ότι οι απόψεις έχουν αλλάξει σημαντικά. Οι περισσότεροι δηλαδή βρίσκουν ότι επιτέλους η Αθήνα μπορεί να μην είναι και τόσο άσχημα, ότι κατάφερε να διατηρήσει κάποια πολύτιμα στοιχεία του πολεοδομικού περιβάλλοντος, ότι δεν έπεσε θύμα σε τομές που θα μπορούσαν να είχαν επιφέρει παρεμβάσεις στο πνεύμα του μοντέρνου κινήματος, όπως μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα που θα κατέστρεφαν την υφή του αστικού χώρου, ή μία αποστειρωμένη αντίληψη σχετικά με την ανάμιξη των χρήσεων κ.τ.λ. Έτσι, οι έλληνες πολεοδόμοι βρίσκουν ότι η Αθήνα έχει διατηρήσει ένα συνεκτικό, πυκνό ιστό, χαμηλό, ότι τα περιγράμματα του δημόσιου χώρου, στην παλιά πόλη ουσιαστικά δεν έχουν αλλάξει, ότι υπάρχει μια υγιής ανάμιξη χρήσεων που της δίνει μεγάλη ζωντάνια. Και μέσα σε όλον αυτό τον συνεχή ιστό, σαν ένα κάμπο, σαν ένα πεδίο συνεχές, αναδεικνύονται ακόμα οι αρχαιολογικοί χώροι της Αθήνας. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι οι προτάσεις των περισσότερων πολεοδόμων περιορίζονταν στην υφιστάμενη πόλη, δηλαδή παρεμβάσεις που θα έπρεπε να γίνουν για να βοηθήσουν το ιστορικό κέντρο και γενικότερα την υφιστάμενη πόλη. Να την ανακουφίσουν από τα προβλήματα εκείνα που εξακολουθούν να τη μαστίζουν, όπως είναι το κυκλοφοριακό κ.λπ.

Είναι ενδιαφέρον λοιπόν να παρατηρούμε ότι οι απόψεις σχετικά με την πολεοδομία ακολουθούν ένα είδος εκκρεμές και ότι από την άκρα απελπισία έχουμε περάσει, σε ορισμένες περιπτώσεις θα έλεγα, σε μία άκρα αισιοδοξία. Δηλαδή ορισμένοι από τους πολεοδόμους μας θεωρούν ότι, με τη χαοτική της κατάσταση, η Αθήνα, αποτελεί την πεμπτουσία της μεταμοντέρνας πόλης. Βέβαια, οι άκρες του εκκρεμούς ποτέ δεν αντικατοπτρίζουν τη σωστή κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι η Αθήνα εξακολουθεί να έχει πολλά προβλήματα, παρόλο που τα τελευταία χρόνια έγιναν σημαντικά πράγματα, ιδιαίτερα βέβαια με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων. Θεωρώ ότι τα μεγάλα συγκοινωνιακά έργα ήταν κάτι πάρα πολύ σημαντικό στη μεγαλοκλίμακα για να φέρει μία εκτόνωση γενικά στις πιέσεις απάνω στην πόλη. Και ήταν και σημαντικές επιμέρους παρεμβάσεις που έγιναν, όπως αυτές που έκανε η Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων στο ιστορικό κέντρο, ο φαληρικός όρμος, ο οποίος δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε, ή η δημιουργία του μητροπολιτικού πάρκου στο παλιό αεροδρόμιο, το οποίο ξεκίνησε σαν διαδικασία αλλά από τότε δεν έχει προχωρήσει καθόλου. Αυτά είναι σημαντικά.

Μ: Ποια όμως είναι τα μεγάλα προβλήματα που παραμένουν;
: Θεωρώ ότι από τα σημαντικότερα προβλήματα στην υφιστάμενη πόλη είναι η προϊούσα, θα έλεγε κανείς, γκετοποίηση των παλιών συνοικιών της Αθήνας. Δηλαδή υπάρχει μία συνεχής υποβάθμιση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος που αναγκάζει σε πολλές περιπτώσεις τους παλιούς κατοίκους να φεύγουν. Υπάρχει μια τάση φυγής που σαν συνέπεια έχει το κενό που δημιουργείται να καταλαμβάνεται από τους μετανάστες κι έτσι υπάρχει και μία κοινωνική αλλοίωση της πόλης. Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο, έχει γίνει πολλά χρόνια πριν σε ευρωπαϊκές πόλεις και ιδιαίτερα στις αμερικάνικες πόλεις. Παράλληλα με αυτό, υπάρχουν τα μόνιμα προβλήματα της κυκλοφοριακής συμφόρησης, παρόλο που η ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια ασφαλώς είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ξεπεράσουμε την κυκλοφοριακή ασφυξία. Υπάρχει το πρόβλημα του πεζού μέσα στην πόλη, ο οποίος είναι σαν καταδιωκόμενος πρόσφυγας και βεβαίως η έλλειψη ενδιαφέροντος για τον δημόσιο χώρο γενικά και από πλευράς των πολιτών και από πλευράς της Πολιτείας. Αυτά μέσα στην υφιστάμενη πόλη. Τώρα, στην περίμετρο της πόλης, στον προαστιακό και κυρίως στον περιαστικό χώρο, έχουμε το φαινόμενο της διάχυτης πόλης όπου όλο το εξαιρετικής ομορφιάς τοπίο γύρω στην Αθήνα, και τα Μεσόγεια αλλά και το Θριάσιο, σιγά σιγά κατακλύζονται από μία ασχεδίαστη, άμορφη, άσχημη ανάπτυξη, ένα αστικό περιβάλλον, πολύ χαμηλής ποιότητας, χωρίς εξυπηρετήσεις, χωρίς δημόσιο χώρο, απλώς με μία άτακτη παράθεση κατοικιών.

Η διάχυτη αυτή πόλη, για πολλούς προαναγγέλει τη μετάπολη, που είναι το αναγκαίο επόμενο στάδιο της πόλης, το οποίο προωθείται από τις νέες συνθήκες, και ιδιαίτερα την επανάσταση που έχουν φέρει οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Η μετάπολη αυτή λοιπόν είναι η άρνηση ουσιαστικά της πόλης και παράλληλα καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον, ενώ εξαντλεί και τους οικονομικούς πόρους μιας κοινωνίας αλλά και τους φυσικούς πόρους. Η άποψή μου είναι ότι είναι ένα φοβερά επικίνδυνο φαινόμενο, ότι περνάμε μία καινούρια κρίση τώρα δηλαδή για την πόλη, όπως την γνωρίσαμε από την ιστορία και όπως μας την παρέδωσε ο 19ος αιώνας. Η μία κρίση ήταν μετά τον πόλεμο, τότε που υπήρξε μία επανάσταση στους αριθμούς, η πληθυσμιακή έκρηξη, η εισβολή του αυτοκινήτου, οι νέες χρήσεις. Σήμερα περνάμε μία καινούρια κρίση, που είναι η διάχυτη πόλη, η μετάπολη, προϊόν, όπως είπα, σπατάλης πόρων και της φιλοσοφίας των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που κάνουν, κατά την άποψη όσων υποστηρίζουν τη μετάπολη, κάνουν τη φυσική επαφή, όχι πια απαραίτητη για το μέλλον.

Μ: Πώς αντιμετωπίζονται τα προβλήματα της σημερινής Αθήνας;
: Γενικότερα θα έλεγα από πλευράς Πολιτείας υπάρχει μία σύγχυση και δεν γίνεται σχεδόν τίποτα. Νομίζω ότι θα χρειαζόταν μία έντονη δραστηριοποίηση προτού αυτά τα προβλήματα πραγματικά. περάσουν το σημείο χωρίς επιστροφή. Και αναφέρομαι τόσο στα προβλήματα της υφιστάμενης πόλης όσο και στα προβλήματα του περιαστικού χώρου. Δηλαδή η γκετοποίηση αυτή που λέμε των συνοικιών της Αθήνας είναι ένα φαινόμενο που βαθμιαία ξεφεύγει από τον έλεγχο και από ένα σημείο και πέρα δεν θα είναι αναστρέψιμο. Φοβάμαι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη έχει φθάσει αυτό το σημείο. Παράλληλα στον περιαστικό χώρο είναι το πρόβλημα αυτό της διάχυσης της πόλης.

Δεν πιστεύω ότι σήμερα πια, -και αυτή δεν είναι προσωπική μου άποψη, είναι γενικότερα θα έλεγα άποψη των πολεοδόμων, όπως φάνηκε και από την έρευνα που προανέφερα στα Αρχιτεκτονικά Θέματα-, τα προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με τα λεγόμενα ρυθμιστικά σχέδια. Εκείνο που μας χρειάζεται είναι μία σειρά από ειδικά προγράμματα, τόσο χωρικά όσο και λειτουργικά, μία σειρά από παρεμβάσεις, οι οποίες όμως γίνονται στην κατεύθυνση μίας ενιαίας, συνολικής φιλοσοφίας και στρατηγικής. Π.χ. χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα αναβάθμισης των παλιών συνοικιών της Αθήνας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχετικές μελέτες έχουν γίνει εδώ και δεκαπέντε χρόνια αλλά η Πολιτεία έχει αδρανήσει τελείως στην ενεργοποίηση αυτών των μελετών. Παρεμβάσεις που θα έτειναν στο να αναβαθμίσουν το περιβάλλον των ιστορικών συνοικιών της Αθήνας και να τις κάνουν ελκυστικές στους κατοίκους τους, να συγκρατήσουν δηλαδή τους παλιούς κατοίκους και να αναστραφεί, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το ρεύμα της φυγής, το οποίο υπάρχει σήμερα. Χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα για τον πεζό μέσα στην πόλη. Χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα για την ανάδειξη της ιστορικής φυσιογνωμίας της Αθήνας και παράλληλα χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα για ειδικούς χώρους, όπως είναι ο φαληρικός όρμος, όπως είναι το αεροδρόμιο, όπως είναι ο Κηφισός κ.ο.κ.

Για την ανάσχεση της διάχυσης της πόλης στον περιαστικό χώρο εκείνο που χρειάζεται είναι όχι μόνο ένας σωστός σχεδιασμός αλλά και μία ενίσχυση των μηχανισμών εφαρμογής ενός τέτοιου σχεδιασμού. Ο σχεδιασμός αυτός σαν βασική ιδέα θα είχε τη δημιουργία κάποιων οργανωμένων οικιστικών πυρήνων, δηλαδή πραγματικών μικρών πόλεων στον περιαστικό χώρο, με όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που προσφέρει το αστικό περιβάλλον, σε αντίθεση με αυτό που δημιουργείται τώρα με τη διάχυτη πόλη. Και επομένως θα είχαμε κάποιους πυρήνες με αρκετά μεγάλη πυκνότητα και περιορισμένη έκταση που θα μπορούσαν να απορροφήσουν τις πληθυσμιακές ανάγκες της πρωτεύουσας αφήνοντας τον υπόλοιπο χώρο, όσος έχει μείνει ακόμα από το φυσικό περιβάλλον, ανέγγιχτο.

Όμως, φοβάμαι ότι προγράμματα αυτής της εμβέλειας ξεπερνούν την πολιτική βούληση που φαίνεται ικανό να επιδείξει το πολιτικό μας σύστημα.

irini.gratsia@monumenta.org

22/05/2007
BACK TOP OF THE PAGE