ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ / ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ
BIODIVERSITY / INTERCULTURALISM
ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ + ΑΣΤΙΚΟ ΠΡΕΣΙΝΟ / URBAN SPACE + URBAN GREEN SPACE Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ / THE POWER OF WATER ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ / ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ
BIODIVERSITY / INTERCULTURALISM ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ / INDUSTRIAL REMNANTS ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ / TRANSPORTATIONS ΤΟΠΙΟ / LANDSCAPE    
   
 
 
   
 
 
 
 
 
 
 
   
 
 
 
 
 
 
   
 
 
  
 
BACK PRINT SEND TO A FRIEND [-]Α[+]
Περί φωτογραφίας
Δημήτρης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής αρχιτεκτονικής Ε.Μ.Π.

Θα μπορούσα να ξεκινήσω με μια εικόνα από το φιλμ (road movie) του Wim Wenders, Η Αλίκη των πόλεων (1974). Πρωταγωνιστής είναι ένας περιπλανώμενος φωτογράφος που κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εξηγήσει τι κάνει, λέει περίπου αυτό: «Φωτογραφίζω για ν’ αποδείξω ότι υπάρχω. Ότι βρισκόμουν σωματικά στα μέρη που τραβώ φωτογραφίες». Βέβαια, ο Wenders δεν είναι απλά ένας σκηνοθέτης, αλλά και φωτογράφος ο ίδιος. Φωτογραφίζει «όπως», θα λέγαμε, κάνει φιλμ. Έτσι η δήλωση του ήρωά του είναι δήλωση ψυχής και του ίδιου, δεν είναι η απλή εξήγηση μιας συμπεριφοράς. Άλλωστε δίπλα του, συνοδός στο ατέρμονο ταξίδι του, είναι ένα μικρό κορίτσι, η Αλίκη, τι άλλο, το αθώο βλέμμα απέναντι στα ανθρώπινα πράγματα. Σε αυτό θα πρόσθετα μια ακόμα παράκαιρη σκέψη, ότι το όνομα Αλίκη είναι σημαδιακό: μπορεί να παραπέμπει στην άλλη μεγάλη ηρωίδα, τη συνονόματή της, από το βιβλίο του Λούις Κάρολ. Αλλά ίσως το τραβούμε περισσότερο απ’ ό,τι παίρνει.

Γιατί άραγε να ξεκινώ με φιλμικές ή φιλολογικές αναφορές; Ποιος ο λόγος, ποια ανάγκη ήθελα να καλύψω; Δεν θ’ απαντήσω, γιατί δεν υπάρχει απάντηση, παρά έμμεσες νύξεις.

Και πάμε παρακάτω: φωτογραφίζω από τότε που θυμάμαι να ξυπνάει ο εαυτός μου, στην πάντα παράδοξη εποχή της εφηβείας. Το μέσον που είχα στη διάθεσή μου ήταν μια πανάρχαια Kodak με φυσούνα, που αρχικά ανήκε στον παππού μου κι ήταν ανάμεσα στα ελάχιστα προσωπικά του αντικείμενα, κρυμμένα μέσα σε μια ιερή βιβλιοθήκη με τα βιβλία του. Εκείνος, σε μεγάλη ηλικία πια, είχε σταματήσει να φωτογραφίζει πριν από τον Πόλεμο. Δεν βρήκα ποτέ δικές του προσωπικές φωτογραφίες αλλά μόνο φωτογραφίες από βυζαντινά έγγραφα, κάτι πέρα από την αντίληψή μου. Εγώ όμως παρέλαβα εκείνο το περίεργο, αρχαϊκό μηχάνημα κι άρχισα να τραβώ φωτογραφίες απ’ ό,τι έβλεπα γύρω μου, αδιάκριτα. Μα τα πάντα. Κυρίως πρόσωπα: τους φίλους, την οικογένειά μου, πού και πού ίσως κάτι άλλο: τη γειτονιά όπου μεταναστέψαμε το 1955, δηλαδή την εκκλησία κοντά στο σπίτι μας, το προσφυγικό σπίτι απέναντι, τη θέα προς τον Υμηττό από το μπαλκόνι. Σκέτη καταγραφή, η ηδονή να βλέπεις τα πράγματα αποτυπωμένα ακριβώς όπως είναι.

Σε δύο χρόνια έδινα εξετάσεις για να μπω στο Πολυτεχνείο. Προοριζόμουν για αρχιτέκτονας, κάτι ακόμα άγνωστο και γι’ αυτό ίσως απόλυτα μαγευτικό. Ένας αρχιτέκτονας έπρεπε όμως να διαθέτει απαραίτητα μια φωτογραφική μηχανή. Στην αρχή του δεύτερου έτους η ανάγκη είχε πια γίνει επιτακτική. Μας είχε δοθεί θέμα εργασίας να αποτυπώσουμε μια ομάδα μνημείων στον Κεραμεικό. Χρειαζόμουν απεγνωσμένα μια μηχανή γι’ αυτές τις καταγραφές και πήρα το θάρρος να ζητήσω τα λεφτά για να πάρω μία από τον πατέρα μου. Το 1958 μια μηχανή κόστιζε όμως μια μικρή περιουσία, δεν ήταν πολλοί ένα γύρω που είχαν τέτοια μηχανήματα. Ο πατέρας μου ενέδωσε με μεγάλη δυσφορία και μ’ έβαλε να υποσχεθώ ότι θα τον ξεπλήρωνα με μηνιαίες δόσεις. Νομίζω του έδωσα τρεις δόσεις και σταμάτησα – αλλά ούτε κι εκείνος επέμεινε.

Είχα ζητήσει πληροφορίες από γνωστό μου, μεγαλύτερο σε ηλικία, που ήξερε από μηχανές. Έτσι βρέθηκα με μια Retina II της Kodak στα χέρια μου, ένα μυθικό εργαλείο. Από τα ανοικονόμητα 120ρια φιλμ της παλιάς Kodak ανακάλυπτα τώρα την αξία του 35ριού φιλμ – 30 χρόνια μπροστά από όλα εκείνα που είχα μάθει με τη φυσούνα. Τώρα, ξαφνικά, είχα απέραντες δυνατότητες στη διάθεσή μου. Να μην σας πολυλογώ, γρήγορα βρέθηκα να δουλεύω με δύο παράλληλα μηχανές, μια για slides και μια για Α/Μ, έχοντας δανειστεί μια δεύτερη Retina κι άλλοτε μια Exacta από τον ίδιο καλό φίλο, καλή του ώρα. Ήμουν πια φτασμένος «φωτογράφος».

Αξίζει νομίζω να περιγράψω τι φωτογράφισα την πρώτη φορά που πήρα την Retina στα τρεμάμενα από συγκίνηση χέρια μου. Ήμουν στο κέντρο της Αθήνας, είχα βάλει μέσα φιλμ, η μέρα ήταν λαμπερή φθινοπωρινή – κι εγώ διαρωτήθηκα, και τώρα τι κάνουμε; Ήταν η πρώτη φορά που σκεφτόμουν έτσι. Έπρεπε να κάνω το ντεμπούτο μου, φωτογραφίζοντας κτήρια, όπως φαντάζομαι κάνει ένας αξιοπρεπής αρχιτέκτονας, έστω μαθητευόμενος; Η πόλη βούιζε γύρω μου, ήμουν ζαλισμένος από την κίνηση, τους θορύβους, τον κόσμο στα πεζοδρόμια. Θυμάμαι πολύ καλά ότι είπα μέσα μου, τι άραγε αξίζει κανένας να φωτογραφίσει στην Αθήνα πρώτο-πρώτο;

Αποφάσισα ν’ αγνοήσω την πόλη και τράβηξα προς το λόφο του Φιλοπάππου. Ήθελα, έτσι οπλισμένος με την καινούρια μηχανή, να επισκεφθώ τις διαμορφώσεις γύρω από την Ακρόπολη και τον Λουμπαρδιάρη του Δημήτρη Πικιώνη, που είχαν πρόσφατα τελειώσει. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα εκεί. Το είχα αποφύγει γιατί τότε ο Πικιώνης στο Πολυτεχνείο ήταν ανάθεμα, ήταν ένας υπονομευτής του μοντέρνου. Όμως εγώ ήθελα τώρα με τη μηχανή μου να καταγράψω τι είχε σκαρώσει εκεί πάνω. Κρατώντας απόσταση, απρόσβλητος από την ύποπτη γοητεία του Πικιώνη, δεν είχα να φοβηθώ τίποτα: είχα το μηχάνημα στα χέρια μου. Δεν είχα να φοβηθώ τίποτα.

Έτσι τράβηξα μια σειρά φωτογραφίες από τον Πικιώνη με τη Retina. Θα περνούσαν πάνω από 50 χρόνια ώσπου να φανεί η αξία της καταγραφής εκείνης. Το ωραίο ήταν τι έκανα αφού τράβηξα ό,τι τράβηξα στον Λουμπαρδιάρη. Πάλι δεν μπήκα στην πόλη, την απέφυγα τελείως. Το υπόλοιπο φιλμ μου εκείνο το ξόδεψα στον Εθνικό Κήπο, τραβώντας τις πάπιες, τα δρομάκια, τις φυλλωσιές των δέντρων.

Με άλλα λόγια, το πρώτο μου κοίταγμα μέσα από το σύγχρονο μάτι μιας Retina ήταν το «τοπίο», κι όχι η πόλη, κι όχι οι άνθρωποι. Σπουδαία διαπίστωση αυτή, αν τη δει κανείς σε σύγκριση με ό,τι ακολούθησε. Γιατί όσο προχωρούσα στις σπουδές μου, όσο βυθιζόμουν στην αρχιτεκτονική κι άνοιγαν τα μάτια μου σε τόσους άγνωστους κόσμους, τόσο περισσότερο απομακρυνόμουν από εκείνο που θεωρούσα «επιφάνεια των πραγμάτων», «καθημερινότητα», «ανθρώπινες καταστάσεις» ή ό,τι άλλο. Απέφευγα κάθε ανθρώπινο σημάδι, ήθελα να καταγράψω την αρχιτεκτονική στην καθαρή της μορφή, να γεμίζει ολόκληρο το κάδρο. Ήμουν πια ένας ταγμένος, πούρος «επιστήμονας», τυφλός σε οτιδήποτε άλλο μπορούσε να με παρασύρει αλλού.

Στο μεταξύ ανακάλυπτα πώς φωτογράφιζαν οι άλλοι. Απόκτησα δηλαδή συνείδηση ότι φωτογραφία είναι προσωπική δημιουργία, δεν είναι απλά να πατάς το κουμπί της μηχανής. Μη φαντάζεστε τίποτα σπουδαίες εμβαθύνσεις, δεν υπήρχαν τότε τα μέσα ούτε καν σπουδαία πληροφόρηση. Όμως υπήρχε το περιοδικό Life, που παίρναμε στο σπίτι. Το αμερικανικό αυτό περιοδικό ήταν το παράθυρο στον κόσμο με κύριο εργαλείο τη φωτογραφία. Αυτήν δόξαζε. Εκείνες οι φωτογραφίες των ρεπορτάζ με μάγευαν, μ’ έκαναν να τις χαζεύω με το στόμα ανοιχτό. Ήταν θεματικά εντελώς διαφορετικές απ’ ό,τι εγώ τραβούσα, αλλά με τι απίστευτη τεχνική, με τι απίστευτη απόδοση κι ένταση.

Όμως υπήρχαν και τα λιγοστά έστω βιβλία αρχιτεκτονικής με πλούσια εικονογράφηση από σύγχρονα έργα διάσημων αρχιτεκτόνων, των «μεγάλων δασκάλων» όπως τους έλεγαν τότε. Ούτε αυτές μπορούσα να φτάσω, το ήξερα. Αλλά καθόμουν με τις ώρες και τις κοίταζα, το στήσιμο, το καδράρισμα, τις λεπτομέρειες. Ίσως πήρα κάτι, δεν ξέρω, κι από εκεί.

Αλλά πολύ περισσότερο, τη βαθύτερη επίδραση πάνω μου, και το ομολογώ τώρα μετά τόσα χρόνια ανοιχτά, ήταν η φωτογραφική δουλειά του Άρη Κωνσταντινίδη, του μεγάλου έλληνα αρχιτέκτονα. Ο Κωνσταντινίδης ήταν φανατικός φωτογράφος, δούλευε με Leica και με Rolleiflex, πάντα στις δημοσιεύσεις έργων του χρησιμοποιούσε δικές του φωτογραφίες και κάθε φωτογραφία του ήταν ένα μοναδικό «μάθημα». Αυτός έγινε το υπόδειγμά μου: υπόδειγμα ζωής, υπόδειγμα στάσης απέναντι στην αρχιτεκτονική, υπόδειγμα, τελικά, στον τρόπο να κοιτάζει κανείς την αρχιτεκτονική.

Άρχισα να τραβώ φωτογραφίες στο ύφος του Κωνσταντινίδη με μανία, έχοντας πια πέσει με τα μούτρα στην καταγραφή της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής – αυτή με τραβούσε ιδιαίτερα. Όταν βρισκόμουν σε άλλες χώρες, φυσικά τραβούσα σύγχρονα κτήρια και μνημεία, όπως κάνουν όλοι. Αλλά εδώ, στην πατρίδα μου, όχι πια κάνοντας βιαστικές αρπαχτές με ό,τι προλάβουμε να πιάσουμε, είχα ανακαλύψει τη γοητεία των παλιών κτισμάτων, τα ερείπια, τα παλιοκαιρίτικα ξύλινα σαχνισιά, τους ασπρισμένους νησιώτικους τοίχους με πραγματική λύσσα. Θυμάμαι πολλά στιγμιότυπα, ας πούμε, τότε που πήγαμε σπουδαστική εκδρομή στην Ύδρα νομίζω το 1960 κι εγώ τσακίστηκα να τραβώ σαν υπνωτισμένος ό,τι έβρισκα μπροστά μου.

Ή τότε που βρέθηκα στη Σαντορίνη το 1961, μια Σαντορίνη ακόμα ερειπωμένη από τους σεισμούς, κι ήταν η πιο συγκλονιστική μου ανακάλυψη. Ήταν σαν να κοιτάζεις μέσα σε ανοιχτούς τάφους. Αυτό ήταν αρχιτεκτονική για μένα! Κι όταν τέλος πήγα Στρατό και βρέθηκα να ζω πλάι στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, θυμάμαι να περιπλανιέμαι ατέλειωτες ώρες, χαμένος μέσα στα στενά της πόλης, ψάχνοντας με τη Retina για θέματα σε λεπτομέρειες μουχλιασμένων τοίχων ή σαπισμένων κουφωμάτων, αλλά και τις νύχτες εκείνες, χωρίς μηχανή πια, να χάνομαι στα στενά για ν’ ακούω φωνές μέσα από τα σπίτια και τις αυλές. Και να νοιώθω αόρατος μέσα στις μεγάλες σκιές. Ήταν σαν να μην υπήρχα, δεν ήθελα να με βλέπουν, να είμαι μόνο η προέκταση της φωτογραφικής μηχανής ή ένα άγρυπνο μάτι που κοιτάζει, κοιτάζει χωρίς να χορταίνει κι αφουγκράζεται.

Ν’ ακούς μέσα από τις εικόνες που πιάνει ο φακός – πόσες φορές με απασχόλησε αυτό και αργότερα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα πρωινό ξύπνημα σε παραλιακό ξενοδοχείο στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, να βγαίνω στο μπαλκόνι να χαζέψω τη θάλασσα και τότε είδα από κάτω έναν κυριακάτικο ψαρά, ακίνητο μέσα στη βάρκα του, ν’ ακούει τη λειτουργία από το τρανζίστορ του. Είχα κατόπιν τυπώσει τη φωτογραφία και την κοίταζα για ώρα, προσπαθώντας να ξανακούσω τις ψαλμωδίες εκείνες.

Τότε, στη θητεία μου, πρέπει να πειραματίστηκα με χαλασμένα slides που επιδρούσα πάνω τους με φωτιά ή χαράγματα. Δεν γνώριζα τίποτα από θεωρία: δεν είχα διαβάσει ούτε Benjamin ούτε Barthes, και την Susan Sontag θα την έβρισκα μπροστά μου πολύ-πολύ αργότερα. Ήμουν αγνός και γι’ αυτό, φανατισμένος.

Κι η Retina ήταν εκεί, πιστός σύντροφος, η μεγάλη μου αγάπη. Τόσο μεγάλη, που όταν χρειάστηκε να φύγω στο εξωτερικό άγνωστο για πόσο καιρό, έχοντας προσληφθεί να δουλέψω στην Αμερική το 1967, την άφησα επίτηδες πίσω μου. Ήταν μια συμβολική πράξη αποστέρησης – εκεί που πήγαινα δεν θ’ άξιζε να τραβώ φωτογραφίες. Δεν την ξαναβρήκα τη Retina μου ή μάλλον, την ξανασυνάντησα όταν γύρισα, τραυματισμένη, αγνώριστη. Κι όταν την πήγα για επισκευή, την έχασα.

Είχα στο μεταξύ αγοράσει, επιστρέφοντας ενδιάμεσα στην Ελλάδα, για να μαζέψω υλικό για τη διατριβή μου, μια Nikkormat. Ένα πιστό σκυλί που έβγαλε πέρα απίστευτα πολλές αποστολές κάτω από πολύ άγριες συνθήκες, από το 1971 ώς το 1990 περίπου, όταν την δάνεισα κάπου και την έχασα κι αυτή. Πόσο την έκλαψα. Δεν ήταν διόλου όμορφη, άντεχε όμως. Μια φορά μάλιστα, σε κάποιο κάστρο της Πελοποννήσου, έπεσα μέσα σ’ ένα πηγάδι, αόρατο από τα ψηλά χόρτα γύρω του, και εκείνη με συγκράτησε πάνω στο χείλος του, έτσι που την κρατούσα στα δυο χέρια. Μου είχε σώσει τη ζωή.

Τώρα πια κατέγραφα αλύπητα ό,τι έβρισκα μπροστά μου. Έκανα άπειρες αποτυπώσεις σε παλιά κτίσματα, είχα αρχίσει να δημοσιεύω σχετικά κείμενα, και η ανάγκη τεκμηρίωσης δεν σταματούσε ποτέ. Έστηνα διαρκώς αρχεία. Άλλοτε το υλικό το έψαχνα και πήγαινα επίτηδες να το βρω, άλλοτε πήγαινα στην τύχη κι ό,τι προκύψει. Χωρίς να σκέφτομαι πού και πώς θα χρησιμοποιήσω αυτό που έπιασε το μάτι μου, με μόνο περιορισμό το πόσες ακόμα φωτογραφίες είχε το φιλμ. Με τη Nikkormat είχα γίνει ο επίσημος φωτογράφος του χωριού στην Κάρπαθο όπου έζησα ενάμισι χρόνο, να το σπουδάζω από κάθε πλευρά. Εκεί τραβούσα κι ανθρώπους σε κάθε ευκαιρία – δεν ήμουν αρχιτέκτονας σκέτος, ήμουν κοινωνικός ανθρωπολόγος σε αποστολή!

Αλλά, της έκανα της Nikkormat κι απιστίες. Πρώτα με μια εξαίσια Linhof, που κληρονόμησα από την αδελφή μου. Ξαναγύριζα στη μηχανή με φυσούνα – αλλά και πώς επέστρεφα! Με απίστευτες ιδιότητες και δυνατότητες. Επιτέλους, μπορούσα να μιμηθώ τους επαγγελματίες που έβγαζαν άψογες φωτογραφίες χωρίς ίχνος κατακόρυφης προοπτικής, με όποια παραμόρφωση ήθελα, νετάροντας τα πάντα. Ήταν κάτι μοναδικό, αλλά απίστευτα αργό ως διαδικασία. Το να σκεπάζεις το κεφάλι σου με μαύρο πανί, να βλέπεις ολοζώντανο μπροστά σου το είδωλο, αλλά ανεστραμμένο, και να δουλεύεις τους μηχανισμούς χωρίς να βλέπεις τι πιάνουν τα χέρια σου, μόνο με την αφή – αυτά δεν ξεχνιούνται ποτέ. Και ύστερα, το τι κατέγραφε εκείνος ο διαβολικός φακός Zeiss, η τρομακτική καθαρότητα, η ποιότητα των τόνων. Η βασίλισσα των μηχανών, κι ας ζύγιζε τόσο, κι ας δούλευε μόνο με τρίποδο. Ήμουν αρκετά τρελός να την πάρω μαζί μου σ’ ένα μοναχικό ταξίδι με τα πόδια στις ερημιές της βορινής Καρπάθου, καταγράφοντας τα εγκαταλειμμένα τοπία της. Ακόμα θυμάμαι τον πόνο από το βάρος της στους ώμους μου.

Αλλά βρέθηκαν κι άλλες στη ζωή μου. Όπως αργότερα, στα τέλη του ’70 η Hasselblad του Πολυτεχνείου, που τη βρήκα ξεχασμένη σε μια κούτα Νουνού, μια πλήρη σειρά από άπειρα εξαρτήματα, που είχε κάποιος άγνωστος, πριν από μένα, παραγγείλει χωρίς να ξέρει πώς να τη χρησιμοποιήσει. Αυτή έγινε το νέο πάθος μου. Μεταμορφώθηκα σε φανατικό του τετράγωνου φορμά, έμαθα τα μυστικά της σύνθεσης του και ακόμα θυμάμαι εκείνο το βαθύ ήχο του κλείστρου της όταν πατούσα το κουμπί. Αισθανόμουν ότι ανήκα σε ένα κλαμπ εκλεκτών, πάνω και πέρα από όσους τραβούσαν φωτογραφίες, ανυποψίαστοι για εκείνες τις υψηλές ηδονές.

Γιατί, φυσικά, έκανα από καιρό, από τα μέσα περίπου του ’60, δικά μου τυπώματα σε ασπρόμαυρο φιλμ. Πώς να περιγράψω την ομορφιά εκείνης της απομόνωσης, με κλειστή την πόρτα και την κόκκινη λάμπα, τη μυρωδιά από τα χημικά, τη μυσταγωγία της μαγικής μετατροπής του λευκού χαρτιού σε εικόνα. Έμενα εκεί ατέλειωτες ώρες, ξεχνώντας πού βρίσκομαι, ακόμα και να φάω. Αν η φωτογράφιση ήταν η διείσδυση στην αλήθεια του κόσμου εκεί έξω, η επεξεργασία των φωτογραφιών στο εργαστήριο ήταν μια καταβύθιση στον εαυτό μου, αντιστρέφοντας τους ρόλους, με τις εικόνες εκείνες να με κοιτάζουν τώρα κατάματα. Καμιά σχέση με τα σημερινά photoshop!

Μιλούσα τόσην ώρα για μηχανές αλλά όχι πια για θέματα φωτογράφησης. Ίσως όπως θα μιλούσε κανείς για τις γυναίκες της ζωής του (εδώ δεν θα έκανα εξαίρεση) περιγράφοντας τη φυσιογνωμία τους κι όχι την ψυχή τους. Στην πραγματικότητα συνυπήρχαν αυτά τα δύο, δεν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις. Η Linhof, η Hasselblad, οι δύο Nikon που ακολούθησαν ώσπου να μπούμε στην ψηφιακή επανάσταση, ήταν όλες θαυμάσια εργαλεία, που χαιρόμουν να έχω και να χρησιμοποιώ, σύντροφοι μοναδικοί και αξιόπιστοι φίλοι, που δεν σ’ εγκατέλειπαν ποτέ. Όλο και πιο τέλειοι, όλο και με περισσότερα προσόντα. Η τεχνολογία κάλπαζε, κι εσύ έπρεπε ν’ ακολουθείς λαχανιάζοντας – κάτι που δεν άλλαξε φυσικά αργότερα, όταν περάσαμε στις ψηφιακές μηχανές, όταν δεν έμεινε τίποτε όρθιο.

Εκείνο που θέλω να πω, ίσως εκείνο που εξαρχής υπονοούσα, είναι ότι αυτό που βλέπουμε, που διαλέγουμε να αποτυπώσουμε σε μια φωτογραφία, και κατόπιν το τελικό αποτέλεσμα, η πρόσληψή του, η αξιολόγησή του, όλα αυτά επηρεάζουν και επηρεάζονται από το μηχάνημα που έχεις στα χέρια σου, είναι δεμένα με την τεχνολογία. Στην παράδοξη αυτή σχέση, το τι έρχεται πριν και τι μετά, αν το θέμα μου καθορίζεται από εκείνο που μου επιτρέπεται να δω μέσα από το στόχαστρο (το «ματάκι») της μηχανής ή αν το έχω από πριν στημένο μέσα στο μυαλό μου και εκείνη τη στιγμή απλά εφαρμόζω ένα έτοιμο μοντέλο, με τι το συνδέω και πόσο πάλι αυτό, με τη σειρά του, με επηρεάζει – όλη αυτή η ατέλειωτη σειρά, η αλυσίδα από σχέσεις είναι κάτι που συχνά με αφήνει σκεφτικό. Ίσως επειδή μπορείς απεριόριστα να μιλάς γι’ αυτά, αφού θες δεν θες κολυμπάς σε βαθιά νερά, ανάμεσα σε υποκείμενο κι αντικείμενο, σε γνώση και πρόσληψη, και τόσα άλλα.

Είναι όμορφο να μιλά κανείς για τέτοια ζητήματα ή αινίγματα, στην εποχή της απόλυτης εξαπάτησης, με τις φωτογραφικές μηχανές να έχουν καταντήσει κομψοτέχνημα τσέπης ή συμπληρωματικές λειτουργίες σε smartphones, κ.τ.λ. Με όλους να έχουν απόλυτα πειστεί ότι η φωτογραφία δεν είναι τίποτα παραπάνω από το να πατάς το κουμπάκι, ένας ανέμελος αυτοματισμός που μετά θα έβαζες στο facebook. Παρωδώντας τον χαμένο ήρωα του Wenders που σας ανέφερα στην αρχή.

Το περασμένο Σάββατο κοίταζα στην πλατεία Συντάγματος έναν πανευτυχή κάτοχο «ταμπλέτας», που όρθιος κι ακίνητος, με το απόκτημά του σηκωμένο ψηλά στα χέρια κι ένα χαμόγελο απόλυτης ευτυχίας, να σαρώνει την πλατεία μπρος του, καταγράφοντας σε βίντεο όσα έβλεπε στην οθόνη του. Αυτή τη χαρά, αυτή την απόλαυση την καταλάβαινα απόλυτα. Ήταν κάτι ανθρώπινο, το είχα ζήσει κι εγώ κάθε φορά που δοκίμαζα ένα νέο μηχάνημα. Με την ίδια, μα ακριβώς την ίδια έκφραση ευτυχίας, ανάμικτης με περιέργεια για το αποτέλεσμα, όπως τότε που τραβούσα φωτογραφίες στου Φιλοπάππου ή στον Εθνικό Κήπο. Θα ήταν υποκριτικό να το κρύψω.

Ή και όχι; Μα δεν είναι η φωτογραφία μια εξαπάτηση, ένα εύσχημο ψέμα; Διδακτικό με κάποιο τρόπο, παράξενα οικείο αλλά και την ίδια στιγμή, μια περιπέτεια; Άλλωστε αυτό δεν ήταν και το απολαυστικότερο βιβλίο του κόσμου, η Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων; Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, δεν ήταν κι ο συγγραφέας του κι αυτός ένας καταραμένος φωτογράφος;

29/03/2013
BACK TOP OF THE PAGE