ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ + ΑΣΤΙΚΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
URBAN SPACE + URBAN GREEN SPACE
ΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ + ΑΣΤΙΚΟ ΠΡΕΣΙΝΟ / URBAN SPACE + URBAN GREEN SPACE Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ / THE POWER OF WATER ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ / ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ
BIODIVERSITY / INTERCULTURALISM ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ / INDUSTRIAL REMNANTS ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ / TRANSPORTATIONS ΤΟΠΙΟ / LANDSCAPE    
   
 
 
   
 
 
 
 
 
 
 
   
 
 
 
 
 
 
   
 
 
  
 
BACK PRINT SEND TO A FRIEND [-]Α[+]
Το πρώην 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο στην οδό Δεινοκράτους
Ελισάβετ Ηλιοπούλου, αρχιτέκτων

Ιστορία του Στρατοπέδου και του Στρατιωτικού Σχολείου Υπαξιωματικών

Ελάχιστοι Αθηναίοι γνωρίζουν πλέον ότι ο ευρύτερος χώρος εντός του οποίου στεγάστηκε το παλιό στρατιωτικό νοσοκομείο υπήρξε το Στρατόπεδο τού 1ου Συντάγματος Πεζικού, ένα από τα πιο παλιά στρατόπεδα της τότε Ελλάδας, το οποίο κατελάμβανε, από την ημερομηνία λειτουργίας του το 1885 (έτος ιδρύσεώς του το 1877), την έκταση μεταξύ τών οδών Αθηναίων Εφήβων (Περιφερειακός του Λυκαβηττού), Ιατρίδου, Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας (τότε οδός Κηφισίας), Μακεδόνων και Δορυλαίου και είχε παραχωρηθεί από την Ιερά Μονή Πετράκη στο τότε Υπουργείο Στρατιωτικών για την στέγαση διαφόρων μονάδων και υπηρεσιών.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το Στρατόπεδο που λειτουργούσε τα παλιά χρόνια στην περιοχή μαζί με το παλιό νοσοκομείο, απετέλεσαν ιστορική μαρτυρία ως προς τις λειτουργίες και χρήσεις τους και σηματοδότησαν στο παρελθόν τη ζωή της πόλης. Είναι επίσης ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι από πολύ παλιά, για ένα μεγάλο διάστημα, η περιοχή λειτούργησε ως τοπωνύμιο και διατήρησε την ιστορική μνήμη καθώς παλαιοί Αθηναίοι και κάτοικοι της περιοχής γνωρίζουν την παλιά ονομασία «Στρατιωτικά Παραπήγματα» ή «Παραπήγματα», όπως έμεινε γνωστή μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, ακόμα και σήμερα.

Όπως διαπιστώνεται από την αεροφωτογραφία, για την κατασκευή και οργάνωση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων του Στρατοπέδου (Λόχοι, Στρατιωτικό Σχολείο Υπαξιωματικών, Καταλύματα των οπλιτών, Πειθαρχείον, Μνημεία Πεσόντων, Ιατρεία, Μαγειρεία, Λουτρά κ.λπ.) είχε εφαρμοστεί το σύστημα των ανεξαρτήτων περιπτέρων ή οικίσκων τοποθετημένων παραλλήλως μεταξύ τους σύμφωνα με την τυπική διάταξη η οποία ίσχυε στα μέσα του 19ου αιώνα στις χώρες της Ευρώπης για τη σχεδίαση και οργάνωση στρατοπέδων συντάγματος πεζικού.

Όταν το 1882 ο τότε πρωθυπουργός και Υπουργός Στρατιωτικών Χαρίλαος Τρικούπης ανέλαβε την αναδιοργάνωση του ελληνικού στρατού πραγματοποιήθηκε, με τη βοήθεια δανείου, η οικοδόμηση διαφόρων εγκαταστάσεων εντός του Στρατοπέδου μεταξύ των οποίων ήταν και η σταδιακή οικοδόμηση τεσσάρων ορθογωνίου κατόψεως κτισμάτων στο βορειοδυτικό τμήμα του Στρατοπέδου των οποίων η ανέγερση ολοκληρώθηκε το 1889. Τα κτήρια αυτά προορίζονταν εξ’ αρχής για τη στέγαση του Στρατιωτικού Σχολείου Υπαξιωματικών, το οποίο ιδρύθηκε από τον Χαρίλαο Τρικούπη το 1882, υπήρξε μια από τις πλέον σημαντικές στρατιωτικές υπηρεσίες του Στρατοπέδου και λειτούργησε στον χώρο μέχρι το 1898 οπότε και μετεγκαταστάθηκε στο Μέγαρο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στο Πεδίον του Άρεως.

Στόχος του Σχολείου αυτού το οποίο υπήρξε ισάξιο της Σχολής Ευελπίδων, ήταν η εκπαίδευση καταλλήλων αξιωματικών σε μια εποχή που η Ελλάδα ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν και είχε να αντιμετωπίσει άπειρες δυσκολίες για την ανασυγκρότησή της προκειμένου να ανταποκριθεί στις εθνικές απαιτήσεις εκείνης της περιόδου.

Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, το 1ο Στρατόπεδο Πεζικού συνδέθηκε με όλα τα ιστορικά γεγονότα και έλαβε μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις που διεξήχθησαν μέχρι την οριστική διάλυσή του το 1951.

Σημειώνεται ότι η μεγάλη αυτή έκταση κατά την περίοδο ιδρύσεως τούυ Στρατοπέδου είχε χωροθετηθεί έξω από τα όρια και μακριά από το κέντρο της μικρής τότε Αθήνας. Η εξέλιξη όμως του ευρύτερου αστικού χώρου και η διαρκής επέκταση της πόλης με ραγδαίους ρυθμούς είχε σαν συνέπεια την ενσωμάτωση και ένταξη του ελεύθερου αυτού χώρου στον ευρύτερο ιστό της πόλης και τον σταδιακό κατακερματισμό και διαμελισμό του παλιού Στρατοπέδου με τις διαδοχικές παραχωρήσεις τμημάτων του, χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό.

Έτσι, από το 1960 και μετά επήλθε η άναρχη και παράλογη οικοδόμησή του με ογκώδη κτήρια ποικίλων λειτουργιών και χρήσεων (Ναυτικό Νοσοκομείο και το ΝΙΜΤΣ με τις νέες πτέρυγες, Αμερικανική Πρεσβεία, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών) με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί στο ελάχιστο ο υπαίθριος δημόσιος χώρος και, εξ’ αιτίας των παρεμβαλλομένων περιφράξεων των νέων χρήσεων, να δυσχεραίνεται η επικοινωνία μεταξύ των γειτονικών περιοχών.

Σήμερα, τα κτήρια του νοσοκομείου μαζί με τα διατηρητέα και ανακαινισμένα κτήρια τού Πάρκου Ελευθερίας, είναι τα τελευταία απομεινάρια του Στρατοπέδου, το οποίο απεικονίζεται για πρώτη φορά στον χάρτη του Johann August Kaupert «Η Αθήνα με τα περίχωρα», ο οποίος εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1891 και έχει ψηφιοποιηθεί από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ).

Η ιστορία του παλιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου

Ο χώρος του έχει έκταση περίπου 11 στρέμματα, κατελάμβανε το βορειοδυτικό τμήμα τού Στρατοπέδου και ορίζεται σήμερα από τις οδούς Δεινοκράτους και Ιατρίδου και από τα όρια με το Ναυτικό Νοσοκομείο, το ΝΙΜΤΣ, και το Πάρκο Ελευθερίας του οποίου αποτελεί επέκταση και συνέχεια.

Η ιστορία του είναι στενά συνυφασμένη με το Α’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών στην περιοχή Μακρυγιάννη (βρίσκεται δίπλα στο Μουσείο της Ακροπόλεως), το οποίο αδυνατώντας να καλύψει τις ανάγκες νοσηλείας των τραυματιών και ασθενών που μεταφέρονταν από το μέτωπο μετά την ήττα και υποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, χρησιμοποίησε ως πρόσκαιρο παράρτημα, μαζί με άλλα δημόσια κτήρια της Αθήνας, τα υφιστάμενα πέτρινα κήρια του Στρατιωτικού Σχολείου Υπαξιωματικών.

Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την πολεμική περιπέτεια του 1897, με την Ελλάδα χρεωκοπημένη και ταπεινωμένη, όχι μόνον οικονομικά αλλά και πολιτικά και στρατιωτικά, έγινε ακόμα περισσότερο φανερή η ανεπάρκεια του Ελληνικού Στρατού και κατέστει πλέον επιτακτική η ανάγκη για τη δημιουργία αξιόμαχων ενόπλων δυνάμεων και αναδιοργάνωσης των υγειονομικών υπηρεσιών του προκειμένου να ανταποκριθούν στις εθνικές απαιτήσεις εκείνης τής περιόδου.

Έτσι, με σχετική απόφαση για την αύξηση του αριθμού των στρατιωτικών νοσοκομείων συγκροτήθηκε, βάσει του Β. Δ. της 17ης Μαρτίου 1899, το μόνιμο Β’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών (μετέπειτα 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο), το οποίο εγκαταστάθηκε το 1900, μετά τις απαραίτητες επισκευές και εργασίες μετατροπής των κτισμάτων σε χώρους νοσηλείας, στα υφιστάμενα πέτρινα κτήρια του Στρατιωτικού Σχολείου Υπαξιωματικών εκεί όπου από το 1897 στεγαζόταν το παράρτημα του Νοσοκομείου στην περιοχή Μακρυγιάννη. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται σε επιστημονική εφημερίδα της εποχής (Ιατρικός Μηνύτωρ, 15/10/1901), οι εργασίες είχαν προχωρήσει τόσο ώστε να είναι δυνατή, τον Οκτώβριο του 1901, η τελετή εγκαινίων με την παρουσία ιδιωτών γιατρών και δημοσιογράφων, οι οποίοι εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για την αρτιότητα, την καθαριότητα, την τάξη και τους «ευρυτάτους θαλάμους» του.

Στο διάστημα 1900 έως 1904, αλλά και αργότερα, το Νοσοκομείο οικοδόμησε σταδιακά και νέα κτήρια για τον σχεδιασμό των οποίων ακολουθήθηκε η διάταξη των στρατιωτικών εγκαταστάσεων των Στρατώνων Πεζικού όχι μόνον εκ των πραγμάτων αλλά και διότι, σύμφωνα με τις επιστημονικές αντιλήψεις που είχαν επικρατήσει στην Ευρώπη και στην Αμερική κατά τον 18ο αιώνα, για τις οποίες είχαν γνώση οι Έλληνες γιατροί και μηχανικοί, ο χωροταξικός σχεδιασμός ανεξαρτήτων πτερύγων διευκόλυνε και ευνοούσε τις συνθήκες νοσηλείας, όπως την απομόνωση των πασχόντων από μεταδοτικές νόσους, την αποφυγή εξαπλώσεως και διασποράς των μικροβίων και λοιμώξεων, την κυκλοφορία και ανανέωση του αέρα και την άμεση επαφή των νοσούντων με τον υπαίθριο χώρο. Επί πλέον, παρείχετο η δυνατότητα επεκτάσεως προς τα ανατολικά και οικοδομήσεως νέων κτηρίων.

Μαζί με το Εθνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ναυτιλίας το οποίο ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 και το Α’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών στην περιοχή Μακρυγιάννη το οποίο εγκαινιάστηκε το 1836, το υπό μελέτη νοσοκομείο υπήρξε ένα βασικό υγειονομικό κέντρο του Ελληνικού Στρατού και πρότυπο για την αρτιότητά του, την άριστη οργάνωσή του και την σημαντική συμβολή του στην ιστορία της στρατιωτικής ιατρικής, ενώ είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι συνδέθηκε με όλα τα πολεμικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας της χώρας μας.

Πράγματι, στις κτηριακές εγκαταστάσεις αυτού του νοσοκομείου νοσηλεύθηκαν χιλιάδες στρατευμένοι ασθενείς και τραυματίες που μεταφέρονταν από το μέτωπο κατά τη διάρκεια των πολυάριθμων πολεμικών συρράξεων στις οποίες ενεπλάκει η Ελλάδα μετά το 1897, όπως οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), το Μακεδονικό μέτωπο (1916-1918), η Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή (1919-1922), ο Ελληνοϊταλικός και Ελληνογερμανικός πόλεμος (1940-1941), η Κατοχή (1941-1944) και οι πολεμικές επιχειρήσεις του Εμφυλίου πολέμου (1944-1949).

Πέραν όμως της νοσηλείας των τραυματιών και των ασθενών, αναπτύχθηκαν στο Νοσοκομείο αυτό τμήματα όλων των ειδικοτήτων της Ιατρικής και διακομίζονταν σε αυτό περιστατικά ιδιαίτερης νοσηλείας και ειδικής θεραπείας. Υπήρχε επίσης Κέντρο Επιδημιολογικών Ερευνών και Εμβολιοπαρασκευής, γεγονός που συνέβαλε στο έργο της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατού, ώστε να αντιμετωπίζονται επιτυχώς τα κρούσματα της επιδημίας της χολέρας στο μέτωπο το 1912-1913 και στις πόλεις με την παρασκευή ελληνικών εμβολίων για τον μαζικό και συστηματικό εμβολιασμό στρατιωτών και πολιτών.

Το 1915, με διαταγή τού Υπουργείου Στρατιωτικών, καθιερώνεται η εκπαίδευση των στρατιωτικών γιατρών με τη διδασκαλία της Κλινικής Χειρουργικής του Πολέμου και της Υγιεινής εν Εκστρατεία. Έτσι, γιατροί από αυτό το Νοσοκομείο άρχισαν να στέλνονται, κατόπιν διαγωνισμού και με δαπάνες του Κράτους στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Val de Grâce στο Παρίσι για μετεκπαίδευση.

Μερικά χρόνια αργότερα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη ενός μεγάλου κύματος προσφύγων στην Αθήνα, εν μέσω μιας βαθιάς και μακρόχρονης πολιτικής αστάθειας και οικονομικής κρίσης, δημιουργήθηκε, με την έξαρση τών λοιμωδών νοσημάτων, μια πολύ κακή υγειονομική και οικονομική κατάσταση με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η οργάνωση και ο εξοπλισμός του Νοσοκομείου. Για τον λόγο αυτόν, μιά χαρακτηριστική διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών όριζε ότι «…οι επίδεσμοι πρέπει να χρησιμοποιούνται τετράκις αφού πλυθούν πρώτα καλώς…».

Μετά την επίσημη ίδρυσή του το 1899, καθ’ όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης και αδιάκοπης λειτουργίας του, το παλιό Νοσοκομείο άλλαξε πολλές φορές τίτλο και όνομα έως ότου το 1946 έλαβε την ονομασία «401 Γενικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Εκπαιδεύσεως», όπως είναι γνωστό έως σήμερα.

Tο 1971, αφού το Νοσοκομείο μετεγκαταστάθηκε στην οριστική σημερινή του θέση στη Λεωφόρο Μεσογείων, ο χώρος με τα κενά πλέον κτήρια παραχωρήθηκε στον Ο.Δ.Ε.Π. σε ανταλλαγή με εδαφική έκταση στη Βάρη όπου εγκαταστάθηκε η Σχολή Ευελπίδων. Έκτοτε, σε μερικά από τα κτήρια στεγαζόταν, έως το 2010, το Εκκλησιαστικό Λύκειο.

Η ιστορία και η αρχιτεκτονική κατάταξη των κτηρίων

Είναι αξιοσημείωτο ότι, μετά την πάροδο τόσων χρόνων, η χωροταξική διάταξη των κτηιρίων (με το σύστημα των ανεξαρτήτων και παραλλήλων μεταξύ τους πτερύγων) διατηρείται ανέπαφη μέχρι σήμερα. Ακολουθεί τη φυσική κατωφερική κλίση του εδάφους από τον λόφο του Λυκαβηττού προς τη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας έτσι ώστε, με αμφιθεατρικό τρόπο, τα κτήρια να εντάσσονται ομαλά στον φυσικό τους χώρο. Οι τέσσερις επιμήκεις πτέρυγες κτισμάτων σε τρεις διαφορετικές στάθμες, περιβάλλονται από τρεις οριζόντιες και τρεις κάθετες αλέες με δενδροστοιχίες μεγάλων αιωνόβιων δένδρων.

Τα κτήρια στέγαζαν θαλάμους για τη νοσηλεία των τραυματιών και ασθενών, χειρουργεία, ιατρεία, μαγειρεία, διεύθυνση, εστιατόριο, εργαστήρια, χώρους διαμονής του νοσηλευτικού προσωπικού κ.τ.λ. Ο Άγιος Γεώργιος, η παλιά πέτρινη εκκλησία του Στρατοπέδου, η οποία κτίσθηκε το 1902 και βρίσκεται στο όριο με το Πάρκο Ελευθερίας, έχει περιέλθει πλέον στο ΝΙΜΤΣ, είναι αφιερωμένη στην Αγία Όλγα και έχει παραχωρηθεί στους αραβόφωνους χριστιανούς.

Όλα σχεδόν τα κτήρια τα οποία αποτελούν το αρχιτεκτονικό, πολεοδομικό και ιστορικό αυτό σύνολο διακρίνονται για την αυστηρή γεωμετρική μορφή τους με λιτούς και καθαρούς όγκους. Είναι κατασκευασμένα από φέρουσα τοιχοποιΐα, με ξύλινες τετράρριχτες ή δίρριχτες στέγες με κεραμίδια κοίλα βυζαντινού τύπου, ενώ τα κύρια υλικά δόμησής τους είναι η πέτρα, η λάσπη και το ξύλο. Οικοδομήθηκαν σταδιακά σε τρεις φάσεις και κατατάσσονται, με βάση τα μορφολογικά τους στοιχεία, σε τρεις ενότητες.

Ενότητα Α’ (1882-1889)

Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τα τέσσερα παλαιότερα λιθόκτιστα κεραμοσκεπή κτίσματα με επιμήκεις ορθογωνικές κατόψεις και αρμολογημένη ανεπίχριστη λιθοδομή.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτών των κτηρίων είναι το νεογοτθικίζον στρατιωτικό αρχιτεκτονικό ύφος τους με σαφείς επιρροές από δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής, όπως οι άριστα λαξευμένοι ορθογωνικοί γωνιόλιθοι, οι λίθινες κορνίζες της στέγης με γείσα και γεισίποδες, τα υπέρθυρα των ανοιγμάτων με σφηνοειδείς λαξευτούς θολίτες και λίθινες διακοσμητικές ταινίες καθώς και οι λίθινες προεξοχές με μορφή πυργίσκων στις ακμές των κτηρίων στο ύψος της στέγης.

Σχεδιάστηκαν και οικοδομήθηκαν από Έλληνες στρατιωτικούς μηχανικούς, αποφοίτους τής Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, και από αρχιτεχνίτες και μαστόρους αποφοίτους του Σχολείου των Τεχνών (πρόδρομο τού Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου) σε συνεργασία με Γάλλους συναδέλφους τους που ήταν μέλη της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής υπό τον Στρατηγό Victor Vosseur. Η Αποστολή αυτή είχε μετακληθεί στην Ελλάδα το 1882 από τον Χαρίλαο Τρικούπη με σκοπό την ενίσχυση και την αναδιοργάνωση των τεχνικών υπηρεσιών του στρατού, την εκπαίδευση των Ελλήνων στρατιωτικών μηχανικών και την κατασκευή σημαντικών τεχνικών έργων.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι ήδη από την εποχή του Κυβερνήτη Καποδίστρια μέχρι και το 1930, οι Γαλλικές Στρατιωτικές Αποστολές είχαν συνεχή παρουσία στην Ελλάδα και επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό στη λήψη αποφάσεων σε θέματα που αφορούσαν τον στρατό και τις τεχνικές και υγειονομικές του υπηρεσίες.

Τα κτίσματα αυτής της ενότητας είναι επίσης άξια θαυμασμού διότι αποτελούν εξαιρετικά και μοναδικά δείγματα της ιδιαίτερης τεχνικής κατεργασίας της πέτρας όπως εφαρμοζόταν από τους έμπειρους τεχνίτες, λαξευτές και λιθοξόους, με βαθειά γνώση των υλικών και με αισθητικές αξίες μιάς άλλης εποχής που χάθηκε μαζί με τους αγνώστους και ανωνύμους τεχνίτες οι οποίοι, είναι φανερό, ότι διέθεταν και ικανότητες σύνθεσης και καλλιτεχνική ευαισθησία.

Ενότητα Β’ (1900-1904)

Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει κτήρια επηρεασμένα από την νεοκλασική τεχνοτροπία τα οποία, όπως και τα παραπάνω κτήρια, σχεδιάστηκαν και οικοδομήθηκαν και αυτά από στρατιωτικούς μηχανικούς τής Σχολής Ευελπίδων και από τεχνίτες και μαστόρους τού Σχολείου τών Τεχνών. Με την ανέγερση των κτηρίων αυτής της ενότητας συμπληρώνεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, η οικοδόμηση του Νοσοκομείου.

Ο αρχικός χωροταξικός σχεδιασμός των Στρατώνων Πεζικού, σε παράλληλες, ανεξάρτητες πτέρυγες, θεωρήθηκε από τους ειδικούς της εποχής ως ο πλέον κατάλληλος για ένα σύγχρονο νοσοκομείο για τον λόγο αυτόν ακολουθήθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ανάλογη λογική και για την οικοδόμηση των μεταγενεστέρων νέων κτηρίων, η οποία πραγματοποιήθηκε σταδιακά από το 1900 έως το 1904.

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρουσιάζουν ένα οργανωμένο σύνολο με συνοχή και ομοιογένεια και διασώζουν τη φυσιογνωμία μιάς τυπικής αθηναϊκής γειτονιάς όπως υφίστατο, μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, περιφερειακά του Λυκαβηττού αλλά και σε άλλες περιοχές τής Αθήνας, με βασικά χαρακτηριστικά την αισθητική ισορροπία και την ανθρώπινη κλίμακα που, στην προκειμένη περίπτωση, βρίσκεται σε αντίθεση με τα ογκώδη κτήρια που τα περιβάλλουν.

Είναι λιτά κτίσματα με επιχρισμένες λιθοδομές, αρμονικές αναλογίες και συμμετρική διάταξη των στοιχείων της όψης, με τέλεια απομίμηση λαξευτών γωνιολίθων στις ακμές τους, περιμετρικές διακοσμητικές ταινίες στο ύψος του δαπέδου ή του υπερυψωμένου ισογείου, διακοσμητικά φατνώματα κάτω από τις ποδιές των παραθύρων και γείσα στην επίστεψη τα οποία στηρίζονται σε προεξέχουσες σχιστόπλακες. Τα αρχικά χρώματα που πιθανότατα χρησιμοποιήθηκαν για τον χρωματισμό των όψεων είναι ασβεστοχρώματα σε αποχρώσεις κίτρινης ή κόκκινης ώχρας.

Στην κύρια όψη του μοναδικού διωρόφου κτηρίου αυτής της ενότητας δεσπόζει, πάνω από την εξώθυρα, ένας συμπαγής μαρμάρινος εξώστης (δείγμα της όψιμης περιόδου τού αθηναϊκού κλασικισμού) με περίτεχνα μαρμάρινα φουρούσια με ελικοειδή διακόσμηση και κιγκλίδωμα χειροποίητο καρφωτό με χυτοσιδηρές διακοσμήσεις.

Ενότητα Γ’

Τέλος, η τρίτη ενότητα αφορά τα νεώτερα κτήρια τα οποία οικοδομήθηκαν στη διάρκεια τού Μεσοπολέμου για τη βελτίωση της νοσοκομειακής μονάδας και στέγαζαν εργαστήρια, τράπεζα αίματος, θάλαμο φυματολογικού κ.τ.λ.

Ο Περιβάλλων Χώρος

Μετά το 1924, με τη σταδιακή δημιουργία του Οικισμού Αναπήρων Αξιωματικών, άλλαξε η διαμόρφωση της γύρω περιοχής με αποτέλεσμα να επεκταθεί η οδός Δεινοκράτους προς τα ανατολικά (μετά το 1932) και να καταργηθεί ένα τμήμα του Στρατοπέδου μέχρι τις παρυφές τού Λυκαβηττού ώστε να διατεθεί για τη δημιουργία τού Οικισμού.

Αργότερα, με τη νέα επέκταση του Οικισμού προς τα δυτικά δημιουργήθηκε νέο όριο κατά μήκος της οδού Ιατρίδου με συνέπεια το Στρατόπεδο να συρρικνωθεί περαιτέρω και, ως εκ τούτου, δύο από τα κτήρια του Νοσοκομείου να καταστούν ρυμοτομούμενα καθώς καταλαμβάνουν πλέον, εκτός του νέου ορίου, ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του πλάτους του δρόμου.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα κτήρια του Στρατιωτικού Νοσοκομείου ανεγέρθησαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, από τον 19ο αιώνα έως τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Εν τούτοις, παρά τη διαφορετικότητά τους ως προς τις ποικίλες περιόδους ανεγέρσεώς τους και τα διαφορετικά μορφολογικά τους στοιχεία, είναι απόλυτα εναρμονισμένα μεταξύ τους χάριν των κοινών αρχιτεκτονικών στοιχείων στο ύφος, στην κλίμακα και στη διάταξή τους.

Για τον λόγο αυτό, είναι φανερό ότι η μερική μόνο προστασία του συνόλου θα έχει σαν συνέπεια την αλλοίωση της φυσιογνωμίας του και την καταστροφή κάθε είδους αυθεντικότητας. Αντίθετα, με την ανάδειξη όλων των μορφών εξελίξεως τής αρχιτεκτονικής των κτηρίων, τα οποία παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα εναλλαγή κτισμάτων είτε με εμφανή λιθοδομή και νεογοτθικά μορφολογικά στοιχεία επηρεασμένα από τη γαλλική στρατιωτική αρχιτεκτονική, είτε των νεοκλασικών κτηρίων του αθηναϊκού νεοκλασικού ρεύματος του 19ου αιώνα, διατηρείται και η συνέχεια της ιστορικής εξελίξεως του Νοσοκομείου στη μακρόχρονη ιστορία του.

Τα κτήρια είναι επίσης εναρμονισμένα και με τον ιδιόμορφο και ρομαντικό περιβάλλοντα χώρο όπου διασώζεται, με μοναδικό τρόπο, η γοητευτική και νοσταλγική ατμόσφαιρα της παλιάς Αθήνας με εξωτερικές μαρμάρινες κλίμακες, αυθεντικά λιθόστρωτα δάπεδα, πλακόστρωτες πλατείες με αλσύλλια με αιωνόβια πεύκα, χαλκάδες για το δέσιμο των αλόγων, αυλές και αυλόθυρες, στοιχεία τα οποία προσδίδουν στο ασυνήθιστο αυτό σύνολο μια μοναδική ποιητική ατμόσφαιρα.

Σήμερα, παρά το γεγονός της φθοράς και της πολύχρονης εγκαταλείψεώς του, ο χώρος του παλιού Νοσοκομείου, δείγμα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής των στρατοπέδων, της τυπολογίας των στρατιωτικών νοσοκομειακών μονάδων του 19ου αιώνα και της αρχιτεκτονικής εξέλιξης της εποχής του, πέραν της ομορφιάς και της ιστορίας του που μας συνδέει με το παρελθόν, αποτελεί μια όαση ηρεμίας στην πυκνοδομημένη πλέον περιοχή.

Ο κτηριακός πλούτος του έχει αποκτήσει πλέον μεγάλη σημασία και αξία διότι πρόκειται για κτίσματα τα οποία δεν επαναλαμβάνονται καθώς είναι πλέον διαφορετικοί οι κανόνες της τεχνολογίας και οι συνθήκες της οικονομίας. Τα δομικά υλικά, πέτρα και ξύλο, δεν χρησιμοποιούνται πια και άλλωστε έχουν εξαφανιστεί οι κατασκευαστικές τεχνικές και έχουν χαθεί οι τεχνίτες που τα δημιούργησαν. Για τον λόγο αυτό, η αξία αυτών των κτηρίων θεωρείται πολύτιμη, ανεκτίμητη και ανεπανάληπτη.

Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι η σε τόσο μεγάλο ποσοστό διατήρηση των υλικών, ιδιαίτερα τήητρας, προσδίδει μεγάλη αξία στα κτήρια ως προς την αυθεντικότητα και μοναδικότητά τους.

Ερωτήματα και γενική ενημέρωση

Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από το 1979, σε μιάν εποχή λιγότερο προβληματική και δραματική γιάαην πόλη της Αθήνας, ο Δήμος Αθηναίων μαζί με τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Σχεδίου τήη Αθήνας και την Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, διεξήγαγε σοβαρές προσπάθειες ώστε τα κτήρια του παλιού Νοσοκομείου να ενταχθούν στην κατηγορία τών διατηρητέων μαζί με τα παρακείμενα κήίρια τού όμορου Πάρκου Ελευθερίας.

Το αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών ήταν να χαρακτηριστούν διατηρητέα, το 1997, μόνο τα κτήρια και ο περιβάλλων χώρος του Πάρκου Ελευθερίας ως σύμβολο της αντιδικτατορικής αντίστασης. Ωστόσο, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, παρά τις μακροχρόνιες προσπάθειες και την ακόμα πιο τραγική ιστορία τους, τα ιστορικά κτήρια και ο περιβάλλων χώρος του Νοσοκομείου, δεν κρίθηκαν άξια να χαρακτηριστούν ως τόπος ιστορικής μνήμης σαν να μην υπήρξε στην περίπτωση αυτή η θυσία εκατοντάδων χιλιάδων οπλιτών και υγειονομικών αξιωματικών, οι οποίοι συμμετείχαν στις πολεμικές συρράξεις από το 1897 έως τα μέσα τού 20ού αιώνα και οι οποίοι έδωσαν σκληρές μάχες με την αρρώστεια, τα τραύματα και τον θάνατο.

Προκύπτει ακόμα το ερώτημα γιατί άραγε από το 1971 το αξιόλογο αυτό κτηριακό σύνολο μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του έχει αφεθεί να μαραζώνει και να ρημάζει χωρίς την αναγκαία συντήρηση και αποκατάσταση των τόσο σημαντικών αυτών κτηρίων και την εγκατάσταση σε αυτά λειτουργιών και χρήσεων συμβατών με τα κοινωνικά και πολιτιστικά προγράμματα της Εκκλησίας;

Αντιθέτως, ήδη από τη δεκαετία τού 1990, η Εκκλησία άρχισε να εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για την οικοδόμηση μεγάλων κτηρίων στη θέση του παλιού Νοσοκομείου, πότε για την ανέγερση Συνοδικού Μεγάρου, το 1999, και πότε, το 2001, για την ανέγερση ξενοδοχείου.

Και αυτό, παρά το γεγονός ότι για τον συγκεκριμένο χώρο προβλέπονται οι χρήσεις γης που αναφέρονται στο ισχύον Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο τής Αθήνας, δηλαδή, κοινόχρηστο πράσινο και πολιτιστικές και εκπαιδευτικές χρήσεις «…ενώ για τα κτήρια προτείνεται η διατήρησή τους με χρήση πολιτιστική-εκπαιδευτική». Επί πλέον, από πολεοδομικής απόψεως, ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας προτείνει την ουσιαστική σύνδεση με το Πάρκο Ελευθερίας, η οποία θα επέτρεπε τη δυνατότητα διαμπερούς κυκλοφορίας τών πεζών.

Επισημαίνεται επίσης ότι, όσον αφορά την προστασία του, το κτηριακό αυτό σύνολο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής διαφόρων νόμων όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο Νόμος 3028/2002 για την Προστασία τών Αρχαιοτήτων και εν γένει τής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, (ως νεώτερο ιστορικό μνημείο), η Διεθνής Σύμβαση της Γρανάδας, Ν. 2039/1992, (ως ομοιογενές, αρχιτεκτονικού και ιστορικού ενδιαφέροντος σύνολο και μάλιστα πλήρως οριοθετημένο τοπογραφικά) και ο Νόμος 1577/1985, Γ.Ο.Κ., (ως σημαντικό για τη μελέτη της ιστορίας και εξέλιξης της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής τού 19ου αιώνα). Προστατεύεται επίσης από συναφείς αποφάσεις του ΣτΕ και κυρίως από το άρθρο 24 του Συντάγματος.

Υπέρ της διάσωσης αυτού του ενιαίου και αδιάσπαστου πολεοδομικού συνόλου έχουν ταχθεί η Σχολή Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, η 1η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, η Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού-Τμήμα Νεωτέρων Μνημείων τού ΥΠ.ΠΟ, το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος (Μιχαήλ Δεκλερής, επίτιμος αντιπρόεδρος τού Συμβουλίου της Επικρατείας), η Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία τού Περιβάλλοντος και τής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, το Ελληνικό τμήμα τού ICOMOS, ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας, ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Καθηγητές, μεταξύ τών οποίων ο Μ. Μπίρης, ο Γ. Λάββας, ο Λ. Βασενχόβεν, η Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ο Γ. Πολύζος, ο Ν. Μπελαβίλλας και άλλοι καθώς και έχει γραφεί ένας μεγάλος αριθμός δημοσιευμάτων σε έγκυρες εφημερίδες και περιοδικά (Μ. Πλωρίτης, Α. Καρκαγιάννης, Ν. Βατόπουλος, Γ. Καλοκαιρινός και πολλοί άλλοι).

Αξίζει στο σημείο αυτό μια αναφορά, με μεγάλο σεβασμό, στον αείμνηστο αρχιτέκτονα Γεώργιο Λάββα, ακαδημαϊκό και καθηγητή, ο οποίος, ως μέλος τού Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, κατά την πολύωρη συνεδρίαση που έγινε τον Ιανουάριο του 2003, εκφράζοντας την άποψή του και τη θέση του αναφορικά με την τότε πρόταση ακρωτηριασμού (για άλλη μια φορά) του παλιού Νοσοκομείου, είχε πει τα εξής:

«…Πιστεύω ότι έχουν τα αρχιτεκτονήματα και ο χώρος βασικά κριτήρια διατήρησης ως σύνολο διότι έχουν αυθεντικότητα……. Έχουν έναν συμβολισμό σε μια πολυεπίπεδη μνήμη… Είναι και στρατιωτική μνήμη και νοσοκομειακή και γενικά εθνικών γεγονότων, ταλαιπωριών κοινωνικών και άλλων……Σήμερα έχει μείνει ένα απόσπασμα. Είναι σαν ένα λείψανο, ας πούμε, μνήμης ενός αγίου, από το οποίο σώθηκε ένα κομμάτι του. Το καταστρέφουμε και αυτό;…..Θα ήταν ευχής έργον να μπορούσε να βρεθεί λύση που να διασώζει αυτό που εμείς επιδιώκουμε, τη διάσωση της μνήμης, και ταυτόχρονα να ικανοποιεί τη θέληση του ιδιοκτήτη, η οποία βέβαια είναι η αξιοποίηση. Σώζουμε ένα ελάχιστο δείγμα μνήμης γιατί; Για ποιο λόγο; Ποιος είναι ο στόχος του να σωθεί ένα μέρος των κτηρίων και τα άλλα να κατεδαφιστούν και να εξαφανιστούν και ο χώρος να αλλάξει χαρακτήρα και το ύφος του που έχει, ως ιστορικό ντοκουμέντο;».

* Το κείμενο είναι περίληψη μιας ογκώδους μελέτης, η οποία περιέχει, αφ’ ενός, την ιστορική τεκμηρίωση όπου καταγράφεται η διαδρομή του παλιού στρατιωτικού νοσοκομείου μέσα στον χρόνο, τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την ύπαρξή του καθώς και οι ιστορικές, κοινωνικές, επιστημονικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο από το 1882 έως τα χρόνια του Μεσοπολέμου και, αφ’ ετέρου, την αρχιτεκτονική αξιολόγηση των κτηρίων όπου περιγράφεται η σταδιακή οικοδομική εξέλιξη του κτηριακού συγκροτήματος, η καταγραφή των ιδιαιτέρων μορφολογικών χαρακτηριστικών και των δομικών υλικών του κάθε κτηρίου καθώς και η χρονολόγηση των κτηρίων και ο περιβάλλων χώρος.

Οι πληροφορίες για την έρευνα αυτή προέρχονται από την διερεύνηση παλαιών ψηφιοποιημένων χαρτών και αεροφωτογραφιών, μικροφωτογραφημένων εγγράφων, εφημερίδων και περιοδικών σε μικροφίλμ, σχεδίων και διηγήσεων ξένων περιηγητών καθώς και παλαιών φωτογραφιών. Προέρχονται επίσης από γραπτές και προφορικές μαρτυρίες επιστημόνων, από αναλύσεις ιστορικών μελετητών και, ειδικά για την αρχιτεκτονική αξιολόγηση τών κτηρίων, από το πλούσιο σύγχρονο φωτογραφικό υλικό.

Η μελέτη αυτή έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο έχει προσφύγει η MONUMENTA κατά του χαρακτηρισμού μόνο 7 κτηρίων ως διατηρητέων, από το οποίο αναμένουμε πλέον την τελική απόφαση που θα κρίνει την τύχη του σημαντικού και μοναδικού αυτού χώρου της Αθήνας.

Αθήνα, Ιούνιος 2017

Φωτογραφίες: Ελισάβετ Ηλιοπούλου, elma5@otenet.gr

15/11/2017
BACK TOP OF THE PAGE
Λεπτομέρεια αεροφωτογραφίας της Αθήνας του 1929 με το 1ο Σύνταγμα Πεζικού και
το Στρατιωτικό Νοσοκομείο
Αεροφωτογραφία της περιοχής (2010)